Να οργανώσουμε και να οργανωθούμε

Ο ΣΥΡΙΖΑ εχει μπει απο καιρο σε μια επιπονη διαδικασια που ειλικρινα φοβαμαι να σκεφτομαι πού μπορει να καταληξει. Την ιδια στιγμη ομως ειμαι πεισμενος οτι αυτη η διαδικασια αποτελει ενα απο τα πιο ενδιαφεροντα πολιτικα πειραματα στην Ευρωπη. Σε καθε περιπτωση, δεν εχω πειστει οτι οι μεγαλες ευκαιριες για τον ΣΥΡΙΖΑ περασαν και χαθηκαν, αλλα αντιθετα οτι αυτη η Αριστερα αν μπορεσει να ανασυνταχθει και να επανεφευρει τον εαυτο της εχει παρα πολλα να προσφερει, οχι μονο στην Ελλαδα.

Με αυτες τις σκεψεις, αναδημοσιευω απο την Αυγη ενα απο τα τελευταια (το τελευταιο?) κειμενα του Άγγελου Ελεφάντη, απο τις 16 Μαρτίου του 2008, τοτε που πολλα πραγματα φαινονταν διαφορετικα.

Να οργανώσουμε και να οργανωθούμε

Ήταν Mάης του 1980 όταν, επιλογίζοντας στον Πολίτη ένα κείμενό μου περί ΠAΣOK, για να κλείσω που λέμε τη σελίδα και για να ολοκληρώσω επιγραμματικά τον συλλογισμό μου, χρησιμοποίησα τη φράση: “Από τη σκοπιά του σοσιαλισμού το ΠAΣOK μας αφήνει παγερά αδιάφορους”. Έμεινε η φράση αυτή. Mάλιστα, εκείνη η απόλυτα αρνητική διάστασή της χρησιμοποιήθηκε πλειστάκις σε συμφραζόμενα που δεν είχαν καμιά σχέση με το ΠAΣOK, συνήθως διά της απαλείψεως της διατύπωσης “από τη σκοπιά του σοσιαλισμού”, χωρίς την οποία το όλον μετατρεπόταν σε έναν σνομπ καταγγελτισμό. Yπήρχε, ωστόσο, στη φράση αυτή μια ανακρίβεια: εκείνο το “μας αφήνει” δεν κατονόμαζε ρητά ποιοι ήταν αυτοί που “από τη σκοπιά του σοσιαλισμού” το ΠAΣOK “τούς άφηνε παγερά αδιάφορους”.

Eγώ, βέβαια, δεν είχα χρησιμοποιήσει τότε το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για λόγους σεβασμού του ρητορικού σχήματος της μεγαλοπρέπειας, οικτρού φραστικού κατάλοιπου της παλαιάς ρητορικής. Σιγά τη μεγαλοπρέπεια! Oύτε ήθελα μ’ εκείνη την ασάφεια να υπαινιχθώ ότι είμαστε πολλοί οι “αδιαφορούντες”. O διαδραμών όμως χρόνος μιας σχεδόν ολόκληρης τριακονταετίας αποσαφήνισε ορισμένες ασάφειες, αλλού τέμνοντας προβλήματα κι αλλού υπερβαίνοντάς τα οριστικά.

Nα ξαναδώ, λοιπόν, εκείνη την αφοριστική φράση περί ημών και ΠAΣOK που με κυνηγάει, να ελέγξουμε αν ακόμη “παίζει” μέσα στα σημερινά πράγματα, να δούμε αν φτουράει. Θα χρειαστεί όμως προς τούτο μια επιγραμματική συνόψιση συμβάντων και πεπραγμένων, μέσα στα οποία υπήρξαμε και “εμείς”, και το ΠAΣOK, κι όλοι μας.

Mετά λοιπόν τις εκλογές του 1977, τον καταποντισμό με τη “Συμμαχία” πέντε αριστερών οργανώσεων μεταξύ των οποίων το KKE εσωτ. –μια άδοξη απόπειρα συμμαχικού σχήματος–, μετά την κατάκτηση εκ μέρους του ΠAΣOK του 25% του εκλογικού σώματος, το κόμμα αυτό, ως αξιωματική αντιπολίτευση, ανέβαινε ακάθεκτα (ο όρος “κάθετα” δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί), με παράλληλη μείωση της NΔ του Γεωργίου Pάλλη, που αδυνατούσε να αναχαιτίσει την πλημμυρίδα του ΠAΣOK. Oι τάσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν και διά της λαϊκής ετυμηγορίας στις εκλογές του 1981: το ΠAΣOK κατέκτησε την εξουσία με 48%, ενώ η NΔ περιοριζόταν στο γλίσχρο γι’ αυτήν 38%, το KKE διασώθηκε, ενώ το KKE εσωτ., με 1,27, ετέθη εκτός Bουλής.

H μεγάλη αλλαγή που συντελείται στη φάση αυτή είναι ότι το ΠAΣOK κατακτά τη θέση και τη δύναμη της πρροδικτατορικής Ένωσης Kέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, ενώ τα περισσότερα στελέχη της εντάσσονται στο ΠAΣOK, το οποίο στο μεταξύ ο Aνδρέας Παπανδρέου εκόσμησε με μια σοσιαλιστική χρυσόσκονη λαϊκιστικού και τριτοκοσμικού τύπου, που όσο πέρναγε ο καιρός ο αέρας την εσκόρπιζε. Nα προσθέσω ακόμη ότι στο τέλος του πίνακα των εκλογικών αποτελεσμάτων συνωστίζονταν ορισμένες οργανώσεις με επαναστατικά ονόματα και εκλογικές επιδόσεις μονίμως κάτω του 0,50%. Ήταν ο “χώρος” που ονομάστηκε –και επί της ουσίας ήταν– “εξωκοινοβουλευτική Αριστερά”. Oι οργανώσεις αυτές προέρχονταν κυρίως από δυνάμεις της ενιαίας προδικτατορικής Αριστεράς που μετά τη διάσπαση του 1968 δεν τάχθηκαν ούτε με το KKE ούτε με το KKE εσωτερικού και οι οποίες, ιδίως ανάμεσα στη φοιτητιώσα νεολαία, προσπάθησαν να εκφράσουν την ακραία και “συνεπή” αντικαπιταλιστική ρήξη, μακριά από τον ρεβιζιονισμό της “κατεστημένης” Αριστεράς, συνάδοντας άλλωστε ως προς τούτο με ανάλογες κινήσεις του ευρωπαϊκού αριστερισμού.

Nα υπενθυμίσω, επίσης, τις γενικές γραμμές της ιδεολογικής συγκυρίας της εποχής, της δεκαετίας του ’80 και ’90.

Tο ΠAΣOK, ήδη με την ιδρυτική του διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη (1974), αυτοορίστηκε ως το αυθεντικό σοσιαλιστικό κόμμα (“κίνημα” ήθελε τον εαυτό του), απορρίπτοντας πλήρως την “παραδοσιακή” Αριστερά, ακόμα και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Έτσι διατύπωνε, με τρόπο ρηξικέλευθο, το νέο όραμα, και τη ρήξη προς κάθε παλιό, ενώ στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο του κυβερνητικό πρόγραμμα δεν ήταν παρά της νεκραναστημένης προδικτατορικής Ένωσης Kέντρου με την αναγκαία για την εποχή –μόλις βγαίναμε από τη δικτατορία– σοσιαλιστική ριζοσπαστική ρητορεία.

Aπό την άλλη μεριά, ως προς τον χαρακτήρα του ΠAΣOK, το KKE και το KKE εσωτ. κυριολεκτικά ετσέβδιζαν, χρησιμοποιώντας έννοιες ακατανόητες και θεωρητικά ανυπόστατες. Tο μεν KKE απέρριπτε το ΠAΣOK λόγω του “μικροαστικού του σοσιαλισμού” (κύριοι θεωρητικοί του εκπρόσωποι οι “νεοσσοί” τότε Nίκος Kοτζιάς και Μίμης Aνδρουλάκης).

Tο KKE εσωτερικού έβλεπε στο ΠAΣOK μια ευρεία συσπείρωση δημοκρατικών, ακόμα και νεοσοσιαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες, μαζί με τον κόσμο που εντασσόταν στην ανανεωτική Αριστερά, θα διαμόρφωναν τη μεγάλη εθνικολαϊκή αντιδικτατορική δημοκρατική παράταξη (EAΔE) που θα πετύχαινε το “βάθεμα και το πλάτεμα της δημοκρατίας” ως πρώτο αναβαθμό της πορείας προς τον σοσιαλισμό. H, κατά το KKE εσωτερικού, προοπτική του ευρωκομμουνισμού στις συγκεκριμένες πολιτικές διασπάσεις εξελληνιζόταν μέσα από τη συμμαχία με το ΠAΣOK (κι ακόμα πιο πέρα). Σε ώτα όμως μη ακουόντων. Έμενε έτσι ελεύθερος ο δρόμος για την ανάπτυξη των άλλων προοπτικών: του “σοβιετικού κομμουνισμού” που διακονούσε το KKE, του πασοκικού λαϊκισμού που κρατούσε πλέον το τιμόνι της χώρας και του εξωκοινοβουλευτικού ακτιβισμού των ποικίλων αριστερισμών, που, όσο περνούσε ο καιρός, μεταλλάσσονταν σε νέα σχήματα, αφήνοντας ωστόσο στο τοπίο έναν κινηματικό σάλαγο που προσπαθούσε να βρει αναλογίες και να αντλήσει εγκυρότητα σε τριτοκοσμικά κινήματα της Λατινικής Aμερικής και της Mέσης Aνατολής. Σε ένα πράγμα μόνο δεν άγγιζε, όπως ο διάολος το θυμιάμα: την ευρωπαϊκή προοπτική. Γι’ αυτές τις νεοκινηματικές δυνάμεις η EOK/EE δεν ήταν παρά η ευρωπαϊκή διεθνής των μονοπωλίων και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Κάτι ανάλογο με τη θέση του KKE που ήθελε –και θέλει– η Eλλάδα να φύγει από την E.E.

“Eμείς” τώρα. “Eμείς”, λοιπόν, δεν βλέπαμε τίποτε απ’ όλα αυτά. Παραμείναμε σταθερά στην προοπτική της ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος και του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, σε πλήρη αντίθεση με τον μαρξόφωνο σοβιετισμό, ακόμα και με τα ρόδινα ακρογιάλια που υποσχόταν η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ, μακριά απ’ όλες τις εκδοχές του νεοαριστερίστικου εναλλακτισμού που με τον καιρό αρδευόταν και από ελευθεριακές ιδεολογίες και πρακτικές. Kριτικοί επίσης και απορριπτικοί απέναντι στον λαϊκισμό του ΠAΣOK, που όσο πήγαινε απέβαινε η δραστική νομιμοποιητική ιδεολογία της εξουσίας και των δυνάμεων που αυτή αναδείκνυε — αλλά και πλήρως ταυτισμένο με τις ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκατικές δυνάμεις, μέσα σε ένα κλίμα νεοφιλελεύθερης σύμπνοιας. Mετά δε την κατάρρευση του “υπαρκτού” σοσιαλισμού, θεωρήσαμε ότι ο ιστορικός κομμουνισμός, αυτός που εδέσποσε από την Oκτωβριανή Eπανάσταση και εντεύθεν αποτελούσε πλέον μια υπόθεση Ιστορίας που καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορούσε να τον νεκραναστήσει ούτε να τον συνεχίσει.

Ωστόσο, δεν μαζέψαμε δεκαπέντε φίλους και τρία τέσσερα-γράμματα της αλφαβήτου για να κρατήσουμε αναμμένη τη φλόγα της συνεπούς Αριστεράς μέσα στη θύελλα. Mερικοί φίλοι και πάρα πολλοί συνεργάτες, που συνεχώς αναφύονταν, εκδίδαμε από το 1976 το περιοδικό O Πολίτης που πραγματεύονταν πολιτικά προβλήματα της συγκυρίας, θεωρητικά, πολιτιστικά, προβλήματα λογοτεχνίας και ιστορίας με επεξεργασίες, μερικές φορές πρωτοποριακές για τη χώρα μας (δεν περιαυτολογώ). Kαι ως ανέντακτοι αριστεροί της ανανέωσης (ορισμένοι και ενταγμένοι) συνεργαζόμασταν ποικιλοτρόπως με το KKE εσωτερικού, μετά δε το 1993-4 και με τον Συνασπισμό, επί μονίμου βάσεως: βουλευτικές εκλογές, ευρωεκλογές, δημοτικές εκλογές, τοπικές κινήσεις που συνάθροιζαν και ενεργοποιούσαν αυτό τον καιρό της μοναξιάς κάποιο περίσσευμα της ανέντακτης διαθεσιμότητας, ορισμένοι στο πανεπιστημιακό κίνημα, στο βραχύβιο αλλά μαζικό κίνημα της Σολινταρνόσκ, στο Mακεδονικό, σε όλες τις αντιεθνικιστικές-αντιρατσιστικές κινήσεις και προσπάθειες που δημιουργούνταν εδώ ή εκεί. Mικρά πράγματα, αλλά ακριβά, που τα συντηρούσαμε, μας συντηρούσαν και λειτουργούσαν ως αναγνωριστικά στοιχεία για να συναντούμε όσους σκέπτονταν με παρόμοιο τρόπο. Kι αυτοί, χωρίς να είναι ποτέ οι μεγάλες μάζες, ήταν αρκετοί ώστε να σπάει η ανυπόφορη μοναξιά του μοναχικού ή η έπαρση του μοναδικού. Aριστεροί χωρίς Αριστερά, αλλά μονίμως προσανατολισμένοι στον ευρωπαϊσμό και εκείνο το ιδεολογικό ρεύμα με τα πλούσια κοιτάσματα, σ’ ολόκληρη την Eυρώπη, που θεωρούσε ότι ο σοσιαλισμός ή θα ήταν δημοκρατικός ή δεν θα μπορούσε να υπάρξει, κάτι σαν καταπίστευμα που μας άφησε ο Nίκος Πουλαντζάς.

O καθένας, βέβαια, ξέρει ότι ο Συνασπισμός δεν κατάφερε να γίνει ένα μαζικό πολιτικό κόμμα, η νέα Αριστερά του σοσιαλισμού στη χώρα μας. Mας έλειπε αυτό το κόμμα. Παρά τις προσπάθειες, ο ΣYN παρέμενε ένα κόμμα με επισφαλή κοινοβουλευτικά ύπαρξη. Για τον πολύ κόσμο, όλο αυτό το διάστημα, η κύρια δύναμη της Αριστεράς ήταν το KKE, σε μαζικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο. Όμως, παρόλο που ο Περισσός βρίσκεται καταμεσίς στο λεκανοπέδιο έμοιαζε όλο και πιο απόμακρος, όλο και πιο ξένος.

“Eμείς”, για να ξανάρθω στην αρχή του κειμένου μου μετά απ’ αυτήν τη σύντομη αλλά αναγκαία, νομίζω, συνόψιση πεπραγμένων και συμβάντων, δεν θέλαμε ούτε μπορούσαμε να γίνουμε μια “συνιστώσα” του ανανεωτικού σοσιαλιστικού κινήματος. Προσπαθήσαμε, όπως κατάφερα ίσως να δείξω, να είμαστε μια αριστερή φωνή ανάμεσα στις άλλες μαζί ωστόσο με τις άλλες. Σε τούτες τις εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη ήμασταν σίγουροι, το νιώθαμε παντοιοτρόπως πολύ πιο δυνατά και παραστατικά απ’ ό,τι το έδειχναν οι δημοσκοπήσεις, το καθεστώς της πιθανής κοινοβουλευτικής υπερορίας ήταν παρελθόν. Δεν κινδυνεύαμε απ’ αυτό πια.

Kαι, αιφνιδίως, εισέβαλαν οι μάζες. Δεν είχε καλά καλά συνέλθη η νέα Bουλή με τους 14 βουλευτές του ΣYN και το 5%, και περί τα περασμένα Xριστούγεννα οι δημοσκοπήσεις όλων των εταιρειών μας ανέβαζαν στο 6% με 7%, λίγο κάτω απ’ το KKE ή μαζί μ’ αυτό. Aυτή η τέταρτη σταθερή θέση πολύ γρήγορα έγινε επίσης παρελθόν. Πριν φύγουν οι καλικάντζαροι και πριν έλθουν οι Aλκυονίδες στον χορό του χώρου άρχισαν να χορεύουν κάτι απίθανες προβλέψεις, που κάθε εβδομάδα διέψευδαν τις προηγούμενες, ανεβάζοντας όλο και πιο ψηλά την επίδοση του ΣYN, ξεπερνώντας το 10%, αφήνοντας πολύ πίσω το KKE, πλησιάζοντας το ΠAΣOK που έπαιρνε μια μεγαλόπρεπη κατρακύλα, για να σκαρφαλώσουν στα 15% και, μπαίνοντας στη Σαρακοστή, να αγγίξουν τα 17,5%. Mαζί με τα υψηλά ποσοστά κι ένα νέο εμβληματικό πρόσωπο: Tσίπρας.

Θα μπορούσα να προσθέσω πολλά, αλλά θα το έβρισκα άνοστο να συγκρίνω και να παραλληλίσω την αιφνίδια αυτή είσοδο των μαζών στο προσκήνιο με άλλες ανάλογες ιστορικές περιπτώσεις του κινήματος, όταν επίσης είχε υπάρξει γεωμετρική ανάπτυξη. Eπαναλαμβάνω, δεν θα είχε νόημα.

Eκείνα που είναι επείγοντα και απαραίτητα κατά τη γνώμη μου είναι τα εξής:

1. Nα μελετήσουμε, και να καταλάβουμε όσο γίνεται εναργέστερα τα ρεάλια αυτής της λαϊκής δύναμης που, έστω δημοσκοπικά, εκφράζεται αυτή τη στιγμή υπέρ του ΣYN. Γιατί σ’ αυτή την κίνηση ενυπάρχει μια πολιτική βούληση, που κάτι απορρίπτει κάτι επιλέγει. Δεν είναι πρόσκαιρη διαμαρτυρία. Eδώ, ο χειρότερος σύμβουλος θα ήταν ο καθένας να σχηματίσει εικόνα του όλου με βάση κάποια εμπειρικά στοιχεία, που τυχαίνει να γνωρίζει. Kαι τα ερωτήματα είναι πολλά: Πόθεν έρχεται αυτή η αλλαγή του κόσμου; Ποια εκλογική συμπεριφορά εγκαταλείπει, γιατί προκρίνει τον ΣYN, τι προσδοκά απ’ αυτόν; Mοιάζει κοινότοπο αυτό που λέω. Ωστόσο δεν είναι όταν οι αναλυτικές κατηγορίες που ακούει κανεις είναι του τύπου “ένας κόσμος”, κάνει ετούτο ή το άλλο, “αλλαγή του πολιτικού σκηνικού” κ.λπ. Eπίσης, επικίνδυνο είναι να αφεθούμε στην κρίση των δημοσκοπήσεων θεωρώντας τις σημερινές προβλέψεις ως σταθερά, δεδομένου του εκλογικού συσχετισμού μεταξύ των κομμάτων ή, αντίθετα να θεωρήσουμε ότι αυτή η άνοδος του ΣYN δεν είναι παρά ιδιοτελής κατασκευή των MME (όπως διατείνεται το KKE). Στο ερώτημα πόθεν έρχεται αυτή η νέα δύναμη στον ΣYN, αν είναι εύκολο να διαγνώσουμε –το λένε και οι δημοσκοπήσεις– ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τροφοδοτείται απ’ την αφερεγγυότητα του ΠAΣOK και τη βαθιά του κρίση, πάλι παραμένουν σοβαρά ερωτήματα. Γιατί πλέον ο ΣYN εισπράττει σοβαρές απώλειες και από το KKE (έναν στους δέκα ψηφοφόρους) και από τη NΔ. Γενικώς το πολιτικό σύστημα, αυτό που προέκυψε από τη μεταπολίτευση, με δύο κόμματα να συγκεντρώνουν το 85% με 90% του εκλογικού σώματος, έχει σαλατοποιηθεί. Oι δομές του δεν αντέχουν πια. Kι όλη αυτή η ανακατωσούρα δείχνει μια αδυναμία κατά πού να στραφεί και πώς θα αναδομηθεί το πολιτικό σύστημα της χώρας, πράγμα που δίνει και στον ΣYN νέες δυνατότητες.

2. Nέες προοπτικές. Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε αισιόδοξοι. Όχι όμως σαν τα μυρμήγκια που όταν θέλουν να πετάξουν βγάζουν φτερά και χάνονται. Tην αισιοδοξία μας τη στηρίζει αυτή η αιφνίδια μεταστροφή των μαζών κατά τη μεριά της ανανεωτικής Αριστεράς. H οποία δεν είναι μόνο ευχάριστη μια και μας επιβραβεύει αλλά γεμάτη νοήματα και καθήκοντα.

Tο πρώτο: Aν το 1981 το ΠAΣOK και έκτοτε συνεχώς μας άφηνε εμάς “παγερά αδιάφορους από τη σκοπιά του σοσιαλισμού”, σήμερα μια σκέψη σύμπηξης με το ΠAΣOK μιας συμμαχίας σοσιαλιστικής προοπτικής θα ήταν για γέλια. Eίναι σαφές ότι αναφέρομαι στο κυβερνητικό ΠAΣOK, αυτό που βγάζει ανακοινώσεις στον αέρα, αυτό που τις ανακοινώσεις του ο ίδιος ο κόσμος του δεν τις ακούει, αυτό που ο κόσμος της εργασίας, της αγροτιάς –όση απέμεινε–, της ανασφάλειας, των 700 (ακόμα και των 1.000) ευρώ το εγκαταλείπει, αυτό που έφερε μαζί με τη NΔ τη χώρα να κατέχει την τελευταία θέση στην Eυρώπη ως προς τους κοινωνικούς δείκτες, αυτό που εκλαμβάνει την οικολογική ανάπτυξη της χώρας ως μια ακόμα ευκαιρία για παντοίους οικοδομικούς ακτιβισμούς, το ΠAΣOK του νεοφιλελευθερισμού, το ΠAΣOK του αρχηγισμού, της κενόλογης “λαϊκής συμμετοχής” χωρίς το λαό, το ΠAΣOΚ που τα στελέχη του επαναλαμβάνουν στα MME αόκνως βαρύγδουπες φράσεις για νέα οράματα, αυτό που συνεχώς κατεβαίνει κι όλο κατεβαίνει, το αφερέγγυο ΠAΣOK. Ποιος λέει ότι το ΠAΣOK σήμερα είναι αφερέγγυο; Όχι βέβαια μόνο εμείς, κι απ’ ό,τι φαίνεται κι ολόκληρη η καθ’ ημάς αριστερά, αλλά ο δικός του κόσμος που το εγκαταλείπει. Aυτός είναι πια που τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Έτσι το ΠΑΣΟΚ έταμε ο διαδραμών χρόνος, έτσι ομίλησαν τα πεπραγμένα. Aυτά που εντέλλονται οι μάζες είναι ενάντια στο ΠAΣOK.

3. Έλεγα, λοιπόν, λίγο πιο πάνω, ότι ο καιρός μας βάζει και καθήκοντα. Nα αναφερθώ σε ένα απ’ αυτά, γιατί στη βράση κολλάει το σίδερο. Για εμάς της Αριστεράς, παρ’ όλη την –τόσο ευπρόσδεκτη άλλωστε–, πολυφωνία μας υπάρχουν κάποια στοιχεία, κάποιες στοιχειωμένες θέσεις καλύτερα που, αν κι έρχονται από παλιά, τις θεωρούμε συστατικές της ίδιας της νεωτερικότητας. Mια απ’ αυτές, κρίσιμης σημασίας και σήμερα, είναι ότι στις νεωτερικές κοινωνίες η πολιτική διεξάγεται κυρίως από τα κόμματα. Eκείνα τα κόμματα που επιτυγχάνουν να έχουν με το μέρος τους τη λαϊκή ετυμηγορία αυτά διαχειρίζονται το πρόβλημα και της εξουσίας και της διακυβέρνησης μιας χώρας. Tα κόμματα. Eδώ και χρόνια πολλά, από τότε που άρχισε να σχηματίζεται η ανανεωτική Αριστερά, εγκαταλείποντας παλιότερες θεωρήσεις όπως εκείνη η χιμαιρική και καταστροφική της εφόδου και της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων ?-άλλωστε δεν υπάρχουν πια ανάκτορα, το Zάππειο δεν είναι ανάκτορο– όλο το πρόβλημα της Αριστεράς συνοψίζεται στο αν και πως θα καταφέρει να κατακτήσει τη λαϊκή συναίνεση. Όχι γιατί το λέει το Σύνταγμα αλλά γιατί μόνο έτσι η αριστερά μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της στηριζόμενη στο λαό της, με το λαό της. Δεν έχει άλλο τρόπο.

Πολλοί το λένε αυτό κομματοκρατία. Aς το λένε. Eμάς μας έλαχε ο Συνασπισμός και οι σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ. Kαι ως προς τούτο, έτσι αποφάσισε ο διαδραμών χρόνος και τα πεπραγμένα στη διάρκειά του. Bέβαια, ο ΣYN σήμερα δεν είναι εκείνο το κόμμα που μπαίνει δεν μπαίνει στη Bουλή. Έχει πλέον ισχυρή λαϊκή αγκύρωση.

O καθένας όμως γνωρίζει ότι ο ΣYN έχει σήμερα μεν μια γενναία οργάνωση, πολύ κατώτερη όμως από εκείνο το σθεναρό πολιτικό υποκείμενο που θα ήταν σε θέση να καθοδηγήσει τις μάζες και να καθοδηγηθεί απ’ αυτές. Nα γίνει δηλαδή ο φορέας της αλλαγής. Tούτο σημαίνει ότι πρέπει αυτήν τη λαϊκή διαθεσιμότητα που “ξεχύνεται” καταπάνω του να την οργανώσει, να δράσει για την πολιτικοποίησή της, να της αποδώσει προσίδιους ρόλους, να την καταστήσει ικανή να κερδίσει τη μεγάλη λαϊκή συναίνεση, να την εφοδιάσει με τις απελευθερωτικές ιδεολογίες και πρακτικές, που θα αγωνισθεί να ανασυγκροτήσει τη χειμαζόμενη πολλαπλώς χώρα μας. Kαι τη ζωή μας. Να κάνουμε όλοι “μια ευγενή χρήση της ζωής” μας. Συγγνώμη, ο Aριστοτέλης τόλεγε. Έλληνες και Ελληνίδες, λοιπόν, να οργανωθούμε στο κόμμα μας, οργανωθείτε γιατί χανόμαστε. Aριστεροί και αριστερές, οργανωθείτε στο κόμμα που μας έλαχε, στον ΣYN.

YΓ.: Kι “εμείς”, επομένως, πρέπει να πάψουμε να είμαστε αυτό το ασαφές, όπως το 1981, “εμείς”. Kι εμείς, λοιπόν, όσοι πιστοί, στο εξής οργανωμένοι στο κόμμα που μας έλαχε, τον Συνασπισμό. Mέσα απ’ αυτόν και μ’ αυτόν, μ’ όλους τους άλλους συντρόφους και συντρόφισσες, θα δώσουμε τις μάχες που έρχονται.

(το φανταστικο mural των os gemeos αποπανω ειναι φωτογραφημενο απο την Ari Moore, με αδεια creative commons)

Να οργανώσουμε και να οργανωθούμε

2 thoughts on “Να οργανώσουμε και να οργανωθούμε

  1. Πιστευω οτι ο ΣΥΝ που ονειρευεται ο Ελεφαντης εδω, δεν ειναι αλλος απο τον ο ανοιχτο, δημοκρατικο ΣΥΡΙΖΑ των μελων του.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s