Το ποιημα ως πραγμα

Επιασα να διαβαζω το “Αμαρτημα της Μητρος μου“, του Βιζυηνου. Φτανοντας στο παρακατω, επαθα την πλακα μου:

Ἐκοιτόμην εἰς τὸ στρῶμα μὲ καμμυομένους ὀφθαλμοὺς, ἀλλ’ ἔτεινον τὰ ὦτα προσεκτικὰ πρὸς πᾶσαν κίνησιν τῆς μητρὸς μου, ἡ ὁποία, ὅπως πάντοτε, ἠγρύπνει παρὰ τὸ προσκεφάλαιον τῆς ἀσθενοῦς. Θὰ ἦτον ἴσως μεσάνυκτα ὅταν ἤρχησε νὰ πηγαινοέρχηται εἰς τὸ δωμάτιον. Ἐνόμιζον ὅτι ἔστρωνε νὰ κοιμηθῇ, ἀλλ’ ἠπατώμην. Διότι μετ’ ὀλίγον ἐκάθησε καὶ ἤρχησε νὰ μοιρολογῇ χαμηλοφώνως.

Ἦτο τὸ μοιρολόγι τοῦ πατρός μας. Πρὶν ἀσθενήσῃ ἡ Ἀννιῶ, τὸ ἔψαλλε πολὺ συχνὰ, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀσθένησε, τὸ ἤκουον διὰ πρώτην φορὰν. Τὸ μοιρολόγιον τοῦτο ἐσύνθεσεν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πατρός μου, κατὰ παραγγελίαν αὐτῆς, ἡλιοκαὴς ρακένδυτος Γύφτος, γνωστὸς εἰς τὰ περίχωρά μας διὰ τὴν δεξιότητα εἰς τὸ στιχουργεῖν αὐτοσχεδίως.

Μοὶ φαίνεται, ὅτι βλέπω ἀκόμη τὴν μαύρην καὶ λιγδερὰν κόμην, τοὺς μικροὺς καὶ φλογεροὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τ’ ἀνοιχτὰ καὶ τριχωμένα στήθη του. Ἐκάθητο ἔνδοθεν τῆς αὐλείου ἡμῶν θύρας, περιστοιχισμένος ὑπὸ τῶν χαλκῶν ἀγγείων, ὅσα ἐσύναζε διὰ νὰ γανώσῃ. Καὶ, μὲ τὴν κεφαλὴν κεκλιμένην ἐπὶ τοῦ ὦμου, συνώδευε τὸν πένθιμον αὐτοῦ σκοπὸν μὲ τοὺς κλαυθμηροὺς ἤχους τῆς τριχόρδου του λύρας. Πρὸ αὐτοῦ ἡ μήτηρ μου ὀρθία ἐβάσταζε τὴν Ἀννιῶ εἰς τὴν ἀγκάλην της καὶ ἤκουε προσεκτικὴ καὶ δακρύουσα. Ἐγὼ τὴν ἐκράτουν σφιγκτὰ ἀπὸ τοῦ φορέματος καὶ ἔκρυπτον τὸ πρόσωπόν μου εἰς τὰς πτυχὰς αὐτοῦ, διότι ὅσον γλυκεῖς ἦσαν οἱ ἤχοι ἐκείνοι, τόσον φοβερὰ μοι ἐφαίνετο ἡ μορφὴ τοῦ ἀγρίου των ψάλτου.

Ὅταν ἡ μήτηρ μου ἔμαθε τὸ θλιβερὸν αὐτῆς μάθημα, ἔλυσεν ἀπὸ τὸ ἄκρον τῆς καλύπτρας της καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Ἀθίγγανον δύο ρουμπιέδες. -Τότε εἴχομεν ἀκόμη ἀρκετοὺς. – ἔπειτα παρέθηκεν εἰς αὐτὸν ἄρτον καὶ οἶνον καὶ ὅ,τι προσφάγιον εὐρέθη πρόχειρον. Ἐνῶ δὲ ἐκεῖνος ἔτρωγε κάτω, ἡ μήτηρ μου εἰς τὸ ἀνώγι ἐπανελάμβανε τὸ ἐλεγεῖον κατ’ ἰδίαν διὰ νὰ τὸ στερέωσῃ εἰς τὴν μνήμην της. Και φαίνεται ὅτι τὸ εὔρε πολὺ ὡραῖον. Διότι καθ’ ἥν στιγμὴν ὁ Κατσίβελος ἀνεχώρει, ἔδραμε κατόπιν του καὶ τῷ ἐχάρισεν ἐν ἀπὸ τὰ σαλιβάρια τοῦ πατρός μου.

– Θεὸς σχωρέσοι τὸν ἄνδρα σου, νύφη! Ἐφώνησεν ἔκθαμβος ὁ ραψωδὸς καὶ φορτωθεὶς τὰ χάλκινά του σκεύη ἐξῆλθε τῆς αὐλῆς μας.

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἐλεγεῖον ἐμοιρολόγει κατ’ ἐκείνην τὴν νύκτα ἡ μήτηρ μου.

Τι υπεροχη λαογραφικη λεπτομερεια! Με το θανατο του πατερα, η χηρα αγορασε ενα μοιρολοι απο εναν περιπλανωμενο μαστορα. Το ποιημα αυτο το πληρωσε και το εμαθε απεξω: το αγορασε και ηταν πια δικο της. Υπαρχει εδω μια οργανικη εννοια ιδιοκτησιας. Ο Γυφτος παιρνει για πουρμπουαρ το σαλβαρι του νεκρου. Και εδω η ανταλλαγη ειναι οργανικη: ενα ρουχο του πεθαμενου για το μοιρολοι του.

Το ποιημα, το μοιρολοι ειναι αποκτημα. Ειναι δημιουργημενο για τη συγκεκριμενη περιπτωση, τον συγκεκριμενο θανατο. Δεν ειναι πολυτελεια αλλα ειναι πολυτιμο αποκτημα, απο τα πραματα που θα φυλαγανε οι ανθρωποι στα σεντουκια τους, μαζι με τα καλα ρουχα. Και οπως στις ιστοριες με το σπαθι του παππου, το ποιημα ανασυρεται στην ωρα της αναγκης, οταν η ασθενεια της κορης σοβαρευει.

Το μοιρολοι τελοσπαντων, σε ολο αυτο ειναι πολλα παραπανω απο ενα ποιημα, και οχι μονο γιατι εχει συναισθηματικη αξια. Η ολη η φυση των ανταλλαγων που οδηγουν στην δημιουργια του, αλλα και ο τροπος που φυλασσεται και χρησιμοποιειται, ειναι πολυ πολυ διαφορετικος απο το πώς εμεις αντιλαμβανομαστε τα τραγουδια, τα ποιηματα, τις ταινιες, τα εργα τελοσπαντων που υποκεινται σε καθεστως “πνευματικης ιδιοκτησιας”, τα αυλα προιοντα μας. Σε αντιθεση με αυτα, το μοιρολοι του πεθαμενου πατερα δεν ειναι αυλο: ειναι απο μονο του ενα πολυτιμο αντικειμενο.

Το ποιημα ως πραγμα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s