“χειμωνιάτικη ιστορία”

δ – χειμωνιάτικη ιστορία

(Γράφτηκε για να εικονογραφηθεί.
Η τελευταία εικόνα ολόκληρη μια σελίδα
όπου οι παράγκες καίγονται – χωρίς λόγια.)

Η είδηση σάρωσε την πόλη. Ίδια με κείνον τον αρχαίο άνεμο που ξεκαρφώνει τις ξύλινες πόρτες. Στις παράγκες γεννήθηκε ένα παιδί που θα γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. Κανείς δεν ξέρει ποιος το ’πε, κανείς δεν θυμάται από ποιον το άκουσε. Μα το βέβαιο είναι πως ε ι π ώ θ η κ ε – πως τρύπωσε στα μυαλά των ανθρώπων. Και τίποτε πια δεν είναι όπως πριν.

******

Και το παιδί: Μπορεί να μη γεννήθηκε α κ ρ ι β ώ ς στις παράγκες. Μπορεί σε ένα μπλοκ μεταναστών, μπορεί στα νεκροταφεία. Στους υπονόμους, σε στάβλο αλόγων. Μεσοπέλαγα, σ’ ένα καράβι που κουβαλά ανθρώπους δίχως όνομα. Ή στο παλιό εργοστάσιο του γκαζιού. Εκεί που τρυπώνουν οι άστεγοι και τα πρεζόνια.

******

(Το ξέρει ο καθένας: Παντού γεννιούνται τα παιδιά των απελπισμένων.)

******

Κι η πολιτεία καίγεται. Σαν ξερός αχερώνας. Στις αγορές, τα καπηλειά, τα δημόσια αφοδευτήρια όλοι το ψιθυρίζουν – οι τολμηρότεροι το λένε κιόλας ανοιχτά: Ήρθε αυτός που θα συντρίψει τους άρχοντες. Το πρωί η σειρήνα της έγερσης χτύπησε διακεκομμένα. Για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια. Θαρρείς να έτρεμε το χέρι του χειριστή της. Και τα χαμίνια βγήκαν στους δρόμους με τα πατίνια τους κι άρχισαν να φτύνουν στις βιτρίνες των εμπόρων. Σε λίγο οι δρόμοι γέμισαν με διμοιρίες αμήχανων στρατιωτών που δεν ήξεραν ποιον να πυροβολήσουν. Τα σκυλιά αλυχτούνε με άγρια χαρά. Ώσπου το απόγευμα βγήκε το ανακοινωθέν: Να μαζευτούν εκτάκτως στο Κυβερνείο όλοι οι άρχοντες. Να λάβουνε αποφάσεις.

******

Όλη τη νύχτα έφταναν στο Κυβερνείο. Οι λεπροί ζητιάνοι της πλατείας τούς έβλεπαν με τις σιδεροντυμένες ακολουθίες τους. Κατέβαιναν σκυφτοί και σκυθρωποί από τα στολισμένα άλογά τους. Και κάποιος από αυτούς τους άθλιους, κρυμμένος πίσω από το λευκό μαντίλι που σκέπαζε το φριχτό φαγωμένο πρόσωπό του, τους το φώναξε: «Έρχεται η ώρα σας, φονιάδες».

******

(Πήγαν από πάνω του οι φρουροί και τον γάζωσαν. Μουγγοί. Και τον άφησαν εκεί. Σαν ματωμένο σακί. Γιατί κανείς δεν ήθελε να τον αγγίξει.)

******

Στη σύσκεψη φόβος και τρόμος. Υπασπιστές, κίτρινοι σαν το κερί φέρνουνε μαντάτα. Η χώρα ολόκληρη καίγεται από τη γέννηση ετούτου του μωρού. Στις νότιες επαρχίες δούλοι άφησαν τα σπίτια. Στον κάμπο κολίγοι αρνήθηκαν να παραδώσουν το στάρι. Οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια. Κάτω από τις γέφυρες οι κλοσάρ ακονίζουν τα μαχαίρια τους.

******

Έρχεται το τέλος μας: Πρέπει να αναλάβει ο στρατός. Να μαζέψουμε όλα τα μωρά – απ’ τις παράγκες, τις φαβέλες, τα νεκροταφεία, τους υπονόμους. Να τα βάλουμε σε ένα στάδιο. Να έρθουν οι αρχαίοι οιωνοσκόποι, οι χειρόμαντεις, οι ξεπεσμένοι προφήτες, τα φανταχτερά μπουλούκια των μάγων. Να κοιτάξουν τη γραμμή της καρδιάς, τα πετούμενα τ’ ουρανού, τα σιδεροδεμένα βιβλία, τ’ αστέρια της νύχτας – και ν α τ ο ν β ρ ο ύ ν ε. Αυτόν που θα φέρει τούμπα τις ζωές μας. Κι έπειτα να τον χαλάσουμε για να γλυτώσουμε.

******

Να γλυτώσουμε – ποιος μπορούσε να διαφωνήσει; Ακούστηκαν μονάχα ενστάσεις για τη μέθοδο. Για το πώς και για το κατά πόσο. Για τον τρόπο.

******

Κάποιος το ρώτησε. «Κι αν το μωρό ξεφύγει;» Γιατί κανείς πια δεν πίστευε στους μάγους. Και κάποιος άλλος σχεδόν μονολόγησε. «Κι αν το μωρό δεν υπάρχει;» Κι έγινε σούσουρο με αυτές τις δύο ερωτήσεις. Ιδίως με τη δεύτερη.

******

Τότε μίλησε ο απέθαντος γέρος. Τον είχαν φέρει στο συμβούλιο οι βαστάζοι του σηκωτό πάνω στην πολυθρόνα του. Γιατί έτσι τον μετέφεραν εδώ και αιώνες. Κανείς από όσους ήταν στη ζωή δεν τον θυμόταν να είχε σηκωθεί από αυτήν τη μαύρη ξύλινη πολυθρόνα. Ήταν τυφλός, με λιωμένο δέρμα. Έβλεπες τα γυμνά του κόκαλα στις κλειδώσεις του σαγονιού του. Σαν να μιλούσε ένας σκελετός. Οι γραμματικοί που μετρούσαν τον χρόνο βεβαίωναν πως ζούσε για περισσότερα από χίλια χρόνια. Και λέγανε πως κάποτε, στους καιρούς των μεγάλων ταξιδιών, είχε βρει το νερό της αθανασίας. Σώπασαν όλοι για να τον ακούσουν. Η φωνή του ήταν βγαλμένη από τα έγκατα της γης. Σαν υποχθόνιος χρησμός. Πάντα τούς έλεγε το σωστό – ήταν ο στύλος της ζωής τους.

******

«Μην ξεχνιέστε με το μωρό» τους ψιθύρισε. «Πάντοτε γεννιόντουσαν μωρά στις παράγκες. Εχθρός δικός σας είναι οι πεινασμένοι. Τα χαμίνια και οι ζητιάνοι. Η λάμψη στα μάτια τους.

******

»Τώρα είναι η ευκαιρία σας. Στείλτε τους φλογοβολιστές στους μαχαλάδες. Τώρα. Να καίνε τις παράγκες – κι οι στρατιώτες να σφάζουνε όποιον πάει να βγει. Τάχα πως ψάχνουνε για το μωρό που θα γυρίσει ανάποδα τον κόσμο. Να κρεμάσουνε τους κολίγους που κρατούνε το στάρι. Να τουφεκίσουν τους εργάτες που κατέλαβαν τα εργοστάσια. Να μαζευτούνε όλοι στο λαγούμι τους. Τώρα. Γιατί το σημαντικό δεν είναι να χαλαστεί το μωρό – είναι ν α χ α λ α σ τ ε ί η ε λ π ί δ α τ ο υ».

******

Κι αυτά τα τελευταία λόγια τα είπε συλλαβιστά – για να τα προσέξουν όλοι.

******

Κι έπειτα, πήρε βαθιά ανάσα ο γέρος και συνέχισε. Για πρώτη φορά είχε μιλήσει τόσο πολύ. Τουλάχιστον στη γενιά που ήταν στη ζωή.

******

«Κι ας πούμε πως το μωρό υπάρχει. Κι ας πούμε πως γλυτώνει απ’ τις φωτιές σας και το μαχαίρι σας. Μικρό το πρόβλημά σας: όταν θα μεγαλώσει, τον βρίσκετε και του μιλάτε. Θα του τάξετε ουράνια δόξα και θα γίνει δικό σας. Γιατί ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί τον Ουρανό;

******

»Μα κι αν σας βγει αλλόκοτος, λοξός, αγύρτης, πάλι εσείς κρατάτε το μαχαίρι. Τον χαλνάτε στα μουγγά. Κι ύστερα βάζετε τους δικούς μας να μιλήσουνε γι’ αυτόν. Πως δεν δαγκώνονταν. Πως οδηγιόταν από τον Ουράνιο Πατέρα του. Πως έταζε τη Βασιλεία των Ουρανών. Πως δεν ψάρευε ψάρια. Πως έλεγε: Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι έ ν α ν τ ί ο ν. Μου.

******

»Κι έπειτα στο όνομά του σηκώνετε τον βούρδουλα. Και το σπαθί. Δίνετε φωτιά στα κανόνια. Κι άμα κανένας μαρτυρήσει τα αντίθετα, τον ρίχνετε στις φλόγες. Άμα. Γιατί τα λόγια καίγονται στις φλόγες. Γίνονται καπνός. Και πάνε.

******

»Γι’ αυτό σας λέω: το πρόβλημά σας δεν είναι το μωρό. Η Iστορία θα είναι η ιστορία σας – οι αμαξάδες πάντοτε μαστιγώνουν τ’ άλογα. Το πρόβλημά σας είναι οι πεινασμένοι, που πρέπει να ζουφώσουν. Να γυρίσουν μέσα. Στις τρύπες τους.»

******

Έτσι μίλησε ο απέθαντος γέρος. Κι έβηξε ξερά, σημάδι πως δεν είχε άλλο τίποτε να πει.

******

Σε λίγο θα ξημέρωνε. Οι άρχοντες έγειραν στις καρέκλες τους ησυχασμένοι. Ο απέθαντος γέρος μιλούσε σωστά – όπως πάντοτε. Κι ευθύς δώσανε τις διαταγές στις διμοιρίες των φλογοβόλων.

Θανάσης Τριαρίδης – Το θαμπό ταξίδι

“χειμωνιάτικη ιστορία”

One thought on ““χειμωνιάτικη ιστορία”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s