The Final Speech from The Great Dictator

I’m sorry, but I don’t want to be an emperor. That’s not my business. I don’t want to rule or conquer anyone. I should like to help everyone – if possible – Jew, Gentile – black man – white. We all want to help one another. Human beings are like that. We want to live by each other’s happiness – not by each other’s misery. We don’t want to hate and despise one another. In this world there is room for everyone. And the good earth is rich and can provide for everyone. The way of life can be free and beautiful, but we have lost the way.

Greed has poisoned men’s souls, has barricaded the world with hate, has goose-stepped us into misery and bloodshed. We have developed speed, but we have shut ourselves in. Machinery that gives abundance has left us in want. Our knowledge has made us cynical. Our cleverness, hard and unkind. We think too much and feel too little. More than machinery we need humanity. More than cleverness we need kindness and gentleness. Without these qualities, life will be violent and all will be lost….

The aeroplane and the radio have brought us closer together. The very nature of these inventions cries out for the goodness in men – cries out for universal brotherhood – for the unity of us all. Even now my voice is reaching millions throughout the world – millions of despairing men, women, and little children – victims of a system that makes men torture and imprison innocent people.

To those who can hear me, I say – do not despair. The misery that is now upon us is but the passing of greed – the bitterness of men who fear the way of human progress. The hate of men will pass, and dictators die, and the power they took from the people will return to the people. And so long as men die, liberty will never perish. …..

Soldiers! don’t give yourselves to brutes – men who despise you – enslave you – who regiment your lives – tell you what to do – what to think and what to feel! Who drill you – diet you – treat you like cattle, use you as cannon fodder. Don’t give yourselves to these unnatural men – machine men with machine minds and machine hearts! You are not machines! You are not cattle! You are men! You have the love of humanity in your hearts! You don’t hate! Only the unloved hate – the unloved and the unnatural! Soldiers! Don’t fight for slavery! Fight for liberty!

In the 17th Chapter of St Luke it is written: “the Kingdom of God is within man” – not one man nor a group of men, but in all men! In you! You, the people have the power – the power to create machines. The power to create happiness! You, the people, have the power to make this life free and beautiful, to make this life a wonderful adventure.

Then – in the name of democracy – let us use that power – let us all unite. Let us fight for a new world – a decent world that will give men a chance to work – that will give youth a future and old age a security. By the promise of these things, brutes have risen to power. But they lie! They do not fulfil that promise. They never will!

Dictators free themselves but they enslave the people! Now let us fight to fulfil that promise! Let us fight to free the world – to do away with national barriers – to do away with greed, with hate and intolerance. Let us fight for a world of reason, a world where science and progress will lead to all men’s happiness. Soldiers! in the name of democracy, let us all unite!

Advertisements
The Final Speech from The Great Dictator

Ιστορικό των πρώτων χρόνων του Εργατικού Συλλόγου Μοντρεάλ

(Πηγή)

Συνθήκες που οδήγησαν στην ίδρυση του Εργατικού Συλλόγου

Μετά τον πόλεμο, τις δεκαετίες του ’50 και ’60 είχαμε το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα απ’την Ελλάδα προς τις χώρες υποδοχής, Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά και Γερμανία. “Ευλογία Θεού” είπαν οι τότε πολιτικοί κρατούντες αυτή την αιμορραγία.

Ο Καναδάς χρειαζόταν εργατικά χέρια και έκανε συστηματική καμπάνια για να προσελκύσει εργάτες. Αυτοί έπρεπε να είναι λευκοί και κατά προτίμηση χριστιανοί, άρα Ευρωπαίοι, να ήταν νέοι και υγιείς με λευκό ποινικό μητρώο. Για τους Έλληνες, μια και έβγαιναν από τον εμφύλιο πόλεμο, έπρεπε να έχουν και πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων (τα πιστοποιητικά αυτά έπαψαν να τα ζητούν γύρω στο 1964-65).

Η Υπηρεσία Μετανάστευσης του Καναδά έταζε σίγουρη δουλειά και καλή ζωή. Ξεκαθάριζαν στους υποψήφιους πως δεν τους εγγυώνται πως θα εξασκήσουν το επάγγελμά τους και διάλλεγαν τους καλλίτερους. Όταν όμως οι μετανάστες έφταναν εδώ, δεν υπήρχε καμία Υπηρεσία Υποδοχής που να διευκόλυνε την εγκατάσταση και προσαρμογή τους.

Τις χιλιάδες κοπέλλες που έρχονταν σαν υπηρέτριες, τις φιλοξενούσαν λίγες μέρες στους κοιτώνες του κέντρου μεταναστών του St-Paul-l’Ermite, στο σημερινό Repentigny, Ανατολικά του Μόντρεαλ.

Κάθε πρωί, τις έφερναν στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, όπου πήγαιναν οι κυρίες που χρειάζονταν υπηρέτρια και διάλεγαν. Από κει και πέρα, η τύχη τους ήταν στα χέρια του Θεού και των αφεντικών τους.

Γυναίκες και άνδρες, ακόμη και κείνοι που ήταν ειδικευμένοι ή μορφωμένοι, έκαναν τις δουλειές που κάνουν πάντα οι μετανάστες, δουλειές χειρωνακτικές, ασυνδικάλιστες και κακοπληρωμένες. Καθαρισμός κτιρίων, εστιατόρια, εργοστάσια ρούχων.

Είχαν ν’αντιμετωπίσουν εκτός από το βαρύ κλίμα, ένα σωρό άλλα προβλήματα, όπως άγνοια της γλώσσας και των δικαιωμάτων τους, τη μοναξιά, τις άσχημες συνθήκες εργασίας, την έλλειψη κοινωνικής ασφάλισης και ιατρικής περίθαλψης (το Σύστημα συντάξεων του Κεμπέκ άρχισε το 1966 και η δημόσια ιατρική περίθαλψη το 1969) και τόσα άλλα.

Ακόμη έπρεπε να στείλουν χρήματα στους δικούς τους στη πατρίδα, να κάνουν πρόσκληση στ’άλλα μέλη της οικογένειας, να στήσουν νοικοκυριό. Για οικονομία, μοιράζονταν συχνά το ίδιο σπίτι δυο οικογένειες. Δούλευαν με βάρδιες, άλλος μέρα άλλος νύχτα, για να προσέχουν και τα παιδιά. Που καιρός να μάθεις τη γλώσσα αλλά και που λεφτά.

Στο Μόντρεαλ, εκτός από τα παραπάνω, είχαν να αντιμετωπίσουν και την αρνητική συμπεριφορά των παλιών, ελληνικής καταγωγής μεταναστών, που είχαν εγκατασταθεί εδώ πριν τον πόλεμο.

Οι παλιοί, εγαταστημένοι εδώ μετανάστες, είχαν αντιμετωπίσει στον καιρό τους, όπως είναι φυσικό, τα ίδια, ίσως και χειρότερα. Με τα χρόνια όμως, κατάφεραν να πετύχουν οικονομικά και είχαν δημιουργήσει μια μικρή εύπορη κοινωνία με τις μπίζνες τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους, την Κοινότητα, ορισμένους Συλλόγους κλπ. και ζούσαν σχετικά άνετα, ενσωματωμένοι στην αγγλόφωνη κοινωνία του Κεμπέκ.

Όταν λοιπόν, μετά τον πόλεμο, άρχισαν να έρχονται απ’την Ελλάδα οι χιλιάδες των φτωχών και συχνά αμόρφωτων νέων μεταναστών, οι παλιοί τους αντιμετώπισαν με δυσπιστία και εχθρότητα.

Οι παλιοί ανησύχησαν απ’το μεγάλο αριθμό των νεοφερμένων αλλά και τις προοδευτικές ιδέες μερικών από αυτούς (παρά τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων), μήπως αλλάζοντας η σύνθεση της παροικίας, χάσουν τον έλεγχο της και ειδικότερα της Κοινότητας και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μη γίνει κάτι τέτοιο.

Όχι μόνο δεν καλοδέχτηκαν και δεν βοήθησαν τους νεοφερμένους συμπατριώτες τους, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά και σαν εργοδότες, τους εκμεταλλεύτηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Όσοι έχουμε εργαστεί στις Υπηρεσίες του Εργατικού Συλλόγου έχουμε ακούσει από πρώτο χέρι πολλά περιστατικά ιδιαίτερης σκληρότητας με πρωταγωνιστές αυτούς τους θεοφοβούμενους, φιλόπτωχους και φιλάνθρωπους στυλοβάτες της παροικίας μας!

Η ανάγκη πληροφόρησης ήταν μεγάλη. Για τα μεροκάματα, τις συνθήκες δουλειάς, τους εργατικούς νόμους, τα νοίκια, το σχολείο, την υγεία, τις υπηρεσίες, τα πάντα. Το ίδιο μεγάλη ήταν η ανάγκη βοήθειας στους νεοφερμένους για να τα βγάλουν πέρα με τις διάφορες Υπηρεσίες, κυρίως όταν δεν ήξεραν τη γλώσσα. Καθώς το κράτος δεν είχε καθόλου τέτοιου είδους υπηρεσίες, έπρεπε να πληρώνουν για το παραμικρό σε διάφορους επιτήδειους.

Στο γραφείο του τότε επίτιμου Προξένου της Ελλάδας δεν υπήρχε υπάλληλος να μιλά Ελληνικά αλλά και αργότερα, όταν έγινε κανονικό Προξενείο, ήταν η περίοδος της χούντας και το χουντοπροξενείο είχε προτεραιότητα το φακέλωμα των εδώ Ελλήνων και όχι την εξυπηρέτησή τους. Όσο για την οργανωμένη παροικία, η μόνη βοήθεια που μπορούσαν να περιμένουν απ’αυτήν, ήταν η ελεημοσύνη στις εκκλησίες, από κάτι μισο-αγγλόφωνες φιλόπτωχες που φορούσαν καπελάκια και τους κοίταζαν αφ’ υψηλού!

Αυτή η ανάγκη γέννησε τον Εργατικό Σύλλογο!

Τα πρώτα χρόνια

Στις αρχές του 1971, στα πλαίσια του “Προγράμματος Ανάπτυξης” ορίστηκε επιτροπή που έκανε την αίτηση για το καταστατικό. Το καταστατικό εγκρίθηκε από τη κυβέρνηση του Κεμπέκ στις 3 Μάρτη και εκδόθηκε στις 3 Μάη 1971. Το πρώτο γραφείο ήταν στο κτίριο του YMCA, 5550 Ave du Parc.

Η πρώτη Γενική Συνέλευση έγινε στις 30 Μάη 1971, στο γυμναστήριο του YMCA. Ορίστηκε ημερομηνία εκλογών για τις 6 Ιούνη και εκλέχτηκε το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, με πρώτο πρόεδρο τον Χαράλαμπο Ξένο.

Τους επόμενους μήνες και μέχρι το τέλος του 1971 έχει ήδη πάρει μορφή ο τρόπος δουλειάς που ο Σύλλογος θα ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια. Τα μέλη του Δ.Σ κρατούν το γραφείο ανοικτό με βάρδιες. Αποφασίζεται να μεταφραστούν εθελοντικά εργατικοί νόμοι. Εγκρίθηκαν οι πρώτοι εσωτερικοί κανονισμοί, ορίστηκαν τα πλαίσια συνεργασίας με τους άλλους ελληνικούς οργανισμούς. Οργανώθηκε ο πρώτος χορός, στις 11-12-1971 και έγινε αίτηση για επιχορήγηση που απορρφθηκε. Ήδη μέλη του Συλλόγου είχαν αρχίσει να εξυπηρετούν τους συμπάροικους εθελοντικά.

Στις αρχές του 1972 αναλαβαίνουν εργασία οι δύο πρώτοι υπάλληλοι του Ε.Σ., δανεισμένοι από το Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Αρχίζει η μετάφραση του Εργατικού Κώδικα του Κεμπέκ, του νόμου του Ταμείου Ανεργίας, του νόμου των κανώνων εργασίας. Αναπτύσσονται σχέσεις με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του Κεμπέκ και αρχίζουν συνδικαλιστικά μαθήματα.

Εγκρίνεται αίτηση επιχορήγησης, στο πλαίσιο του καναδικού προγράμματος δημιουργίας εργασιών και οι υπηρεσίες του Συλλόγου αναπτύσσονται περισσότερο. Υπάλληλοι του Συλλόγου μπορούν τώρα να συνοδεύουν τους εξυπηρετούμενους σαν διερμηνείς στιε διάφορες υπηρεσίες.

Αρχίζουν και οι πρώτες παρεμβάσεις προς τις κυβερνήσεις για θέματα που αφορούν τους Έλληνες μετανάστες με το αίτημα προς την καναδική κυβέρνηση να νομιμοποιήσει τους περίπου δέκα χιλιάδες Έλληνες λαθραίους.

Ο Ε.Σ. συνεργάζεται με όλους τους ελληνικούς οργανισμούς και ιδιαίτερα με την Ομοσπονδία γονέων και κηδεμόνων, που είχε ιδρυθεί λίγο πριν τον Σύλλογο. Συνεργάζεται επίσης με την Επιτροπή δικαιωμάτων του πολίτη, τον παιδικό σταθμό, τους φοιτητικούς συλλόγους και άλλους εθνικοτοπικούς συλλόγους και συμβάλλει στην δημιουργία της Ομοσπονδίας ελληνικών σωματείων (1972). Δεν συνεργάζεται με το ελληνικό Προξενείο λόγω της χούντας και με την Κοινότητα για τον ίδιο λόγο.

Στις αρχές του 1973 στην Ελλάδα έχει φουντώσει για τα καλά η αντίσταση στη χούντα. Το Μάρτη γίνεται το 17ο συνέδριο της ΓΣΣΕ και το Δ.Σ. του Συλλόγου στέλνει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στις ελληνικές Αρχές για τις αντιδημοκρατικές διαδικασίες και τους διορισμένους αντιπροσώπους.

Επίσης, ύστερα από αίτημα των ελληνικών φοιτητικών συλλόγων της πόλης μας, στέλνει γράμμα συμπαράστασης στον αγώνα των φοιτητών της Ελλάδας για ακαδημαϊκές και συνδικαλιστικές ελευθερίες.

Αρχίζει η έκδοση των “Εργατικών Νέων”. Οι δουλειές είναι πολλές και ο χώρος δεν αρκεί για τις υπηρεσίες και τη λέσχη. Νοικιάζεται το κτίριο στο 5150 Ave du Parc και η μετακόμιση γίνεται το Σεπτέμβρη.

Τη χρονιά αυτή εγκρίνεται επίσης ένα πρόγραμμα δημιουργίας εργασιών, μια κοπερατίβα παραγωγής υφαντών που θα βοηθούσε συγχρόνως στην επαγγελματική κατάρτιση των εργαζομένων. Το πρόγραμμα θα κρατήσει μέρι το τέλος του 1975.

Γίνονται πολλές επιμορφωτικές και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις : διαλέξεις, χοροί, εκδρομές, παιδικές γιορτές. Η δράση του Συλλόγου έχει καταξιωθεί στην παροικία αλλά και στη ντόπια κοινωνία.

Τα εργατικά συνδικάτα του Κεμπέκ ζητούν τη συνεργασία του Συλλόγου σε προσπάθειες συνδικαλισμού, ιδιαίτερα σε εργοστάσια όπου υπάρχουν Έλληνες εργάτες. Ο συνδικαλισμός των Ελλήνων εργαζομένων μεταναστών, σαν μέσο βελτίωσης της θέσης τους, είναι μέσα στους βασικούς σκοπούς του Ε.Σ. και το σύνθημά του είναι “Έλληνες εργάτες οργανωθείτε στα ντόπια συνδικάτα”.

Ο Σύλλογος καλείται από συνδικάτα, πολιτικά κόμματα, καναδικά μέσα ενημέρωσης και άλλους φορείς σε διάφορες συμβουλευτικές συναντήσεις, επιτροπές, συνδιασκέψεις, εκπομπές κλπ. κάθε φορά που θέλουν την άποψη των Ελλήνων μεταναστών. Μέλη του Συλλόγου συμμετέχουν και σε διάφορες ταινίες ντοκυμαντέρ, όπως στην ταινία “Voleurs de jobs” (κλέφτες εργασιών) με θέμα τους μετανάστες και “le confort et l’indiférence” (άνεση και αδιαφορία) με θέμα το δημοφήφισμα για την ανεξαρτησία του Κεμπέκ (1980).

Ύστερα από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα, αποφασίζεται η ματαίωση του χορού του Συλλόγου σε ένδειξη πένθους για τα θύματα της χούντας. Από τότε ο Εργατικός Σύλλογος τιμά κάθε χρόνο την επέτειο του Πολυτεχνείου, αρχικά συμμετέχοντας μαζί με άλλους Οργανισμούς-κυρίως τοπικές οργανώσεις νεολαίας πολιτικών κομμάτων της Ελλάδας και φοιτητικούς Συλλόγους- και τα τελευταία χρόνια μόνος του.

Τον επόμενο χρόνο, το 1974, μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Εργατικός Σύλλογος πρωτοστάτησε σε όλες τις παροικιακές κινητοποιήσεις, πορείες, εράνους κλπ. και συνέβαλε στη δημιουργία της Ελληνοκαναδικής Επιτροπής Αλληλεγγύης για την Κύπρο της οποίας είναι βασικό μέλος.

Ο Εργατικός Σύλλογος συμβάλλει στην ίδρυση του πολυεθνικού ραδιοφωνικού σταθμού Centre-Ville, που άρχισε να εκπέμπει τον Γενάρη του 1975. Από τότε ξεκίνησε και η βδομαδιάτικη εκπομπή μας “Η φωνή των εργαζομένων” στο ελληνόφωνο πρόγραμμα του σταθμού.

Ο Εργατικός Σύλλογος έχει πια κερδίσει την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και υποστήριξη των χιλιάδων απλών συμπατριωτών μας, που βρίσκουν στα γραφεία του πληροφόρηση και βοήθεια, όποτε τη χρειαστούν, αλλά και ένα στέκι για παρέα, συζήτηση και ψυχαγωγία.

Παράλληλα όμως, έχει ενοχλήσει το παροικιακό κατεστημένο, που δεν παραλείπει να καταφέρεται εναντίον του κακόπιστα και πειφρονητικά. Κύριοι εκφραστές αυτής της επίθεσης, ο τότε ιδιοκτήτης της εφημερίδας ΒΗΜΑ και ο ραδιοφωνικός σταθμός του Δαπέρη.

1971-1976 : 5 Χρόνια δράσης

Αυτό ήταν το σύνθημα της πέμπτης επετείου. Σ’ αυτά τα πέντε πρώτα χρόνια του ο Ε.Σ. είχε βάλει όλες τις βάσεις της δράσης της δουλειάς και της ιδεολογίας του που τον χαρακτηρίζουν μέχρι σήμερα.

Ζούμε σε μια περίοδο ιστορική για την κοινωνία του Κεμπέκ. Στις επαρχιακές εκλογές κερδίζει για πρώτη φορά το Parti Québécois, το κόμμα που σαν σκοπό έχει το διαχωρισμό του Κεμπέκ από την καναδική Ομοσπονδία και που τα πρώτα χρόνια εμφανίστηκε με μια ευνοϊκή προδιάθεση για τους εργαζόμενους.

Οι γαλλόφωνοι, τουλάχιστον οι πιο προοδευτικοί, αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως έχουν παραμελήσει τους μετανάστες με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν ενσωματωθεί με τους αγγλόφωνους. Έχοντας συναίσθηση πως οι μετανάστες αντιμετωπίζουν αρνητικά τόσο το διαχωρισμό όσο και την καθιέρωση της γαλλικής σαν επίσημης γλώσσας στο Κεμπέκ (είχαν αντιδράσει έντονα όταν, δυο χρόνια πριν, η φιλελεύθερη κυβέρνηση είχε καθιερώσει τα γαλλικά σαν επίσημη γλώσσα), η νέα κυβέρνηση άρχισε μια σειρά επαφές γνωριμίας με τις διάφορες μειονότητες.

Έτσι, για πρώτη φορά δεχτήκαμε στο Σύλλογο πολλές επισκέψεις υπουργών της κυβέρνησης του Κεμπέκ, στους οποίους παρουσιάσαμε τα προβλήματα και τις ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών.

Πήραμε μέρος σε όλες τις συνδιασκέψεις με θέμα τους μετανάστες, σε συμβουλευτικές επιτροπές καθώς και σε επιτροπές εργασίας για τη συζήτηση νομοσχεδίων, όπως των ελάχιστων κανόνων εργασίας, τον αντιαπεργοσπαστικό νόμο, το νόμο για τη μετανάστευση κλπ.

Ενισχύονται οι σχέσεις συνεργασίας με τα συνδικάτα καθώς και με λαϊκούς οργανισμούς για εργατικά και κοινωνικά θέματα, όπως εργατικά ατυχήματα, παιδικοί σταθμοί, η θέση της γυναίκας, μεταναστευτικά.

Μεταφράζουμε νόμους, εκδίδουμε πολλά πληροφοριακά έντυπα, συνεχίζουμε τις διαλέξεις, τις εκπομπές στο ραδιόφωνο, τα άρθρα στα Εργατικά Νέα, πληροφορώντας έτσι τους συμπάροικους για τα δικαιώματά τους.

Τον Γενάρη του 1977, αντιπροσωπεία του Συλλόγου έχει συνάντηση με τον Υπουργό Camille Laurin και του παρουσιάζει τις θέσεις μας για τη “Λευκή Βίβλο”, το νομοσχέδιο για το γλωσσικό που είχε κατατεθεί στη Βουλή. Θέση του Συλλόγου ήταν πως η γαλλική γλώσσα πρέπει να γίνει η γλώσσα εργασίας και να δίνονται μαθήματα στους μετανάστες ακόμα και στους τόπους δουλειάς. Επίσης ο Σύλλογος παίρνει μέρος στην παροικιακή επιτροπή που συντάσσει υπόμνημα που παρουσίασε η ελληνική παροικία για το γλωσσικό.

Ο Εργατικός Σύλλογος θεωρείται και από την κυβέρνηση του Κεμπέκ αντιπροσωπευτικός της ελληνικής παροικίας. Δύο στελέχη του Συλλόγου διορίζονται σε διαφορετικές θητίες, στην συμβουλευτική επιτροπή του Υπουργείου Μετανάστευσης.

Στη περίοδο 1978-79 προέκυψε στη παροικία ένα ιδιαίτερο θέμα. Η κυβέρνηση του Κεμπέκ πρότεινε να διδάσκονται στα δημόσια σχολεία οι γλώσσες καταγωγής των μαθητών, όπου βέβαια ο αριθμός των μαθητών θα το επέτρεπε. Ήταν το πρόγραμμα P.E.L.O. (programme d’enseignement des langues d’origine). Το υπουργείο είχε εκπονήσει ένα αρκετά πλήρες πρόγραμμα διδασκαλίας που περιλάμβανε, εκτός από τη διδασκαλία της γλώσσας και μαθήματα λογοτεχνίας και πολιτισμού και ο Ε.Σ. το θεώρησε κατ’ αρχή θετικό. Σ’ αυτό βρήκε αντίθετους τους οργανισμούς που δίδασκαν ελληνικά (Κοινότητα, Ομοσπονδία γονέων, Σύλλογος Κρητών κ.ά.). Σε σχετική συνάντηση των ενδιαφερομένων οργανισμών, αποφάνθηκαν πως ο Εργατικός Σύλλογος είναι αρμόδιος για τα εργατικά θέματα και όχι για τα εκπαιδευτικά και πως προτιμούν η κυβέρνηση να δίνει σε κείνους τα χρήματα που προορίζει γι’αυτά τα μαθήματα.

Ο Ε.Σ. για να διατηρήσει τις καλές σχέσεις, κυρίως με την Ομοσπονδία Γονέων, δεν έκανε μόνος του καμία ενέργεια. Μέχρι σήμερα όμως δεν έχουν εκτιμηθεί οι συνέπειες της άρνησης της παροικίας να δεχθεί τη διδασκαλία των ελληνικών στα δημόσια σχολεία.

Εν τω μεταξύ, μετά την πτώση της χούντας, οι σχέσεις με το Προξενείο αποκαταστάθηκαν. Έλληνες βουλευτές επισκέπτονται το Σύλλογο και υποβάλουμε μια σειρά υπομνήματα στην ελληνική κυβέρνηση.

Τον ίδιο χρόνο αρχίζει καμπάνια για την αγορά κτιρίου. Οργανώνεται λαχειοφόρος με κλήρωση ενός αυτοκινήτου γι’αυτό το σκοπό. Πολλά μέλη και φίλοι ανταποκρίνονται. Ορίζεται επιτροπή για την αναζήτηση κατάλληλου κτιρίου. Η επιλογή έγινε και το συμβόλαιο αγοράς υπογράφτηκε στις 7 Αυγούστου 1979.

Αρχίζουν οι εργασίες ανακαίνισης και διαρύθμισης του κτιρίου και στον πρώτο όροφο αρχίζουν μαθήματα γαλλικής που οργανώνονται από το Σύλλογο και το Υπουργείο μετανάστευσης του Κεμπέκ.

Τα εγκαίνεια της νέας αίθουσας έγιναν στις 14 Μάρτη 1979 και τη μέρα αυτή είχαμε τη μεγαλύτερη χιονοθύελλα της χρονιάς. Παρ’ όλα αυτά όλοι οι καλεσμένοι μας, ο υπουργός μετανάστευσης του Κεμπέκ, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας, οι προέδροι των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων και βέβαι τα μέλη και οι φίλοι του Συλλόγου έδωσαν το παρόν και το γιορτάσαμε όπως άξιζε σε μια τόσο ιστορική για το Σύλλογο μέρα. Ο ζωγράφος Πωλ Σουλικιάς μας χάρισε τον πίνακα με τίτλο “Απεργία” που φιλοτέχνησε ειδικά για την περίσταση.

Ιστορικό των πρώτων χρόνων του Εργατικού Συλλόγου Μοντρεάλ

Solo andata – Canzoniere Grecanico Salentino

We, the uncountable doubling each checkerboard square
we pave your sea with bodies so many you could walk on it
you cannot count us: if you try, we multiply,
we children of the horizon, washing us up, spilling us out.
No police can abuse us
more than what we’ve suffered already.
We’ll serve as your servants the children you never had
our lives will be your adventure tales.
We carry Homer and Dante, the blind man and the pilgrim,
the smell that you’ve lost, the equality you’ve repressed.
No matter the distance, millions of paces, we will come,
we are the feet and we carry your weight.
We shovel the snow, comb the lawns,
beat your rugs, collect your tomatoes and insults.
We are the feet and we know every step of the ground,
we are the red and the black of the earth,
the overseas made of worn-out sandals,
that pollen and powder in the wind tonight.
One of us, in our name, has said:
“You cannot be rid of me.
Yes, I’ll die,
yet after three days I will rise again and return.”

Solo andata – Canzoniere Grecanico Salentino

Vlad Taneev’s speech in Kim Stanley Robinson’s “Blue Mars”.

Transcript and intro by Claybird:

Here is a small excerpt from Kim Stanley Robinson’s book, “Blue Mars”. In my paper back it goes from pages 142 to 147.
The “metanationals” referenced are super-large corporations that generally exceed the power and economic scope of nation-states within the Mars-trilogy reality. The “underground” referenced is a sort of shadow society made up of radical elements within Martian society trying to live apart from the former capitalist society. The excerpt is from a section of the book where a huge congress/symposium is taking place to create a new Martian constitution/government.
When you see “… …” it is because I have removed sections only really relevant to the book and not the main ideological push of the section presented.

“What you said about government and business is absurd,” he stated coldly. It was a tone of voice that had not been heard much at the congress so far, contemptuous and dismissive. “Governments always regulate the kinds of business they allow. Economics is a legal matter , a system of laws. So far, we have been saying in the Martian underground that as a matter of law, democracy and self-government are the innate rights of every person, and that these rights are not to be suspended when a person goes to work. You.”—he waved a hand to indicate he did not know Antar’s name—“do you believe in democracy and self-rule?”
“Yes!” Antar said defensively.
“Do you believe in democracy and self-rule as the fundamental values that government ought to encourage?”
“Yes!” Antar repeated, looking more and more annoyed.
“Very well. If democracy and self-rule are the fundamentals, the why should people give up these rights when they enter the workplace? In politics we fight like tigers for freedom, choice of residence, choice of what work to pursue—control of our lives, in short. And then we wake up in the morning and go to work, and all those rights disappear. We no longer insist on them. And so for most of the day we return to feudalism. That is what capitalism is—a version of feudalism in which capital replaces land, and business leaders replace kings. But the hierarchy remains. And so we will handover our lives’ labor, under duress, to feed rulers who do no real work.”
“Business leaders work,” Antar said sharply. “And they take the financial risks—”
“The so-called risk of the capitalist is merely one of the privileges of capital.”
“Management—”
“Yes yes. Don’t interrupt me. Management is a real thing, a technical matter. But it can be controlled by labor just as well as by capital. Capital itself is simply the useful residue of the work of past laborers, and it could belong to everyone as well as the few. There is no reason why a tiny nobility should own the capital, and everyone else therefore be in service to them. There is no reason they should give us a living wage and take all the rest that we produce. No! The system called capitalist democracy was not really democratic at all. That is why it was able to turn so quickly into the metanational system, in which democracy grew ever weaker and capitalism ever stronger. In which one percent of the population owned half the wealth, and five percent of the population owned ninety-five percent of the wealth. History has shown which values were real in that system. And the sad thing is that all the injustice and suffering caused by it were not at all necessary, in that the technical means have existed since the eighteenth century to provide the basics of life to all.
“So. We must change. It is time. If self-rule is a fundamental value, if simple justice is a value, then they are values everywhere, including in the work place where we spend so much of our lives. That was what was said in point four of the Dorsa Brevia agreement. It says everyone’s work is their own, and the worth of it cannot be taken away. It says that the various modes of production belong to those who created them, and to the common good of the future generations. It says that the world is something we all steward together. That is what it says. And in our years on Mars we have developed an economic system that can keep all those promises. That has been our work these past fifty years. In the system we have developed, all economic enterprises are to be cooperatives, owned by their workers and by no one else. They hire their management, or manage themselves. Industry guilds and co-op associations will form the larger structures necessary to regulate trade and the market, share capital, and create credit.”
Antar said scornfully, “These are nothing but ideas. It is utopianism and nothing more.”
“Not at all.” Again Vlad waved him away. “The system is based on models from Terran history, and its various parts have all been tested on both worlds, and have succeeded very well. You don’t know about this partly because you are ignorant, and partly because metantionalism itself steadfastly ignored and denied all alternatives to it. But most of our microeconomy has been in successful operations for centuries in the Mondragon region of Spain. The different parts of the macroeconomy have been used by the pseudo-metanat Praxis, in Switzerland, in India’s state of Kerala, in Bhutan, in Bologna Italy, and in many other places, including the Martian underground itself. These organizations were the precursors to our economy, which will be democratic in a way capitalism never even tried to be.”…

…Antar’s objections did not seem like much. Metanational capitalism’s track record at this point did little to support it; in the last century it had precipitated a massive war, chewed up the Earth, and torn its societies apart. Why should they not try something new, given the record?
Someone from Hiranyagarba stood and made an objection from the opposite direction, noting that they seemed to be abandoning the gift economy by which the Mars underground had lived.
Vlad shook his head impatiently. “I believe in the underground economy, I assure you, but it has always been a mixed economy. Pure gift exchange coexisted with a monetary exchange, in which neoclassical market rationality, that is to say the profit mechanism, was bracketed and constrained by society to direct it to serve higher values, such as justice and freedom. Economic rationality is simply not the highest value. It is a tool to calculate costs and benefits, only one part of a larger equation concerning human welfare. The larger equation is called a mixed economy, and that is what we are constructing here. We are proposing a complex system, with public and private spheres of economic activity. It may be that we ask people to give, throughout their lives, about a year of their work to the public good, as in Switzerland’s national service. That labor pool, plus taxes on private co-ops for use of the land and its resources, will enable us to guarantee the so-called social rights we have been discussing—housing, health care, food, education—things that should not be at the mercy of market rationality. Because la salute non si paga, as the Italian workers used to say. Health is not for sale!”…

… “So nothing will be left to the market,” Antar said.
“No no no,” Vlad said, waving at Antar once more irritably than ever. “The market will always exist. It is the mechanism by which things and services are exchanged. Competition to provide the best product at the best price, this is inevitable and healthy. But on Mars it will be directed by society in a more active way. There will be not-for-profit status for vital life-support matters, and then the freest part of the market will be directed away from the basics of existence towards non-essentials, where venture enterprises can be undertaken by worker-owned co-ops, who will be free to try what they like. When the basics are secured and when the workers own their own businesses, why not? It is the process of creation we are talking about.”
Jackie, looking annoyed at Vlad’s dismissals of Antar, and perhaps intending to divert the old man, or trip him up, said, “What about the ecological aspects of this economy that you used to emphasize?”
“They are fundamental,” Vlad said. “Point three of the Dorsa Brevia states that the land, air, and water of Mars belong to no one, that we are the stewards of it for all the future generations. This stewardship will be everyone’s responsibility, but in case of conflicts we propose strong environmental courts, perhaps as part of the constitutional court, which will estimate the real and complete environmental costs of economic activities, and help to coordinate plans that impact the environment.”
“But this is simply a planned economy!” Antar cried.
“Economies are plans. Capitalism planned just as much as this, and metanationalism tried to plan everything. No, an economy is a plan.”
Antar, frustrated and angry, said, “It’s simply socialism returned.”
Vlad shrugged. “Mars is a new totality. Names from earlier totalities are deceptive. They become little more than theological terms. There are elements one could call socialist in this system, of course. How else remove injustice from economy? But private enterprises will be owned by their workers rather than be nationalized, and this is not socialism, at least not socialism as it was usually attempted on Earth. And all the co-ops are businesses—small democracies devoted to some work or other, all needing capital. There will be a market, there will be capital. But in our system workers will hire capital rather than the other way around. It’s more democratic that way, more just. Understand me—we have tried to evaluate each feature of this economy by how well it aids us to reach the goals of more justice and more freedom. And justice and freedom do not contradict each other as much as has been claimed, because freedom in an unjust system is no freedom at all. They both emerge together. And so it is not so impossible, really. It is only a matter of enacting a better system, by combining elements that have been tested and shown to work. This is the moment for that. We have been preparing for this opportunity for seventy years. And now that the chance has come, I see no reason to back off just because someone is afraid of some old words. If you have any specific suggestions for improvements, we’ll be happy to hear them.”

Vlad Taneev’s speech in Kim Stanley Robinson’s “Blue Mars”.

Τανγκό του Μοντρεάλ

IMG_20180803_094304.jpg

Επτάμισι το πρωί στο μετρό του Μοντρεάλ
είναι γεμάτο μετανάστες
ξυπνάει νωρίς νωρίς
ο κόσμος αυτός

αν η γέρικη καρδιά της πόλης
χτυπάει λοιπόν ακόμα,
χάρη σ’ αυτούς είναι

η γερασμένη καρδιά της πόλης
με τους σπασμούς της
τα εμφράγματά της
τις αρρυθμίες της
και όλα της τα ψεγάδια

και όλους τους λόγους του κόσμου που θα είχε
να σταματήσει
να τα παρατήσει

Ζεράλντ Γκοντέν, συλλογή Σαρζέν, 1983
(κουτσοαπόδοση στα Ελληνικά από μένα)

Όταν έγραψε αυτό το ποίημα, ο Γκοντέν ήταν Υπουργός Μετανάστευσης στην κυβέρνηση του Ρενέ Λεβέκ, του πρώτου πρωθυπουργού του Κεμπέκ προερχόμενου από το αποσχιστικό Parti Québécois. Νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της Κρίσης του Οκτώβρη, ο Γκοντέν ήταν ανάμεσα στους σχεδόν 500 κεμπεκουά πατριώτες που φυλακίστηκαν από την κυβέρνηση του Πιερ Τρουντώ ως ύποπτοι για συνεργασία με το FLQ.

Άκου τώρα, Υπουργός Μετανάστευσης, προερχόμενος από εθνικοπατριωτικό κόμμα να γράφει τέτοια, ε;

Τανγκό του Μοντρεάλ