Χαλάλι ο Μεγάλος Τρόμος

Décret d’abolition de la Convention du 4 février 1794 – 16 pluviôse an II. Cote : BB/34/1/58

“Η Εθνική Συνέλευση δηλώνει ότι η δουλεία των Νέγρων, σε όλες τις Αποικίες, καταργείται. Κατά συνέπεια, αποφασίζει ότι όλοι οι άνθρωποι, χωρίς διάκριση χρώματος, που κατοικούν στις αποικίες, είναι Γάλλοι πολίτες και θα απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα που εγγυάται το Σύνταγμα. – Αναφέρεται στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, για να υποβάλει σύντομα έκθεση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλιστεί η εκτέλεση αυτού του διατάγματος.

16 Πλυβιόζ, έτος II (δηλαδή: 1794-02-04)

Πηγή: Wikipédia

Χαλάλι ο Μεγάλος Τρόμος

Ο Μεγαλόσταυρος του Μέτερνιχ

Στην εθνική μας μυθολογία, ο Μέτερνιχ είναι λίγο ο Σόιμπλε του 19ου αιώνα (λολ) στο ρόλο του καρτουνίστικου κακού ανθέλληνα. Αν προσθέσουμε και τις κόντρες του με τον Σούπερ Ιωάννη (τον Καποδίστρια όχι τον Βαρουφάκη), τότε έχουμε όλα τα στοιχεία ενός ζουμερού κόμικ.

Τυχαίνει όμως ο πρίγκηψ να έχει λάβει την ανώτατη τιμή του Ελληνικού κράτους, το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος. Και μάλιστα επί συστάσεως του Τάγματος, με το καλημέρα από τους αντιβασιλείς.

Πηγή: Εφετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος δια το έτος 1837, Α.Ι. Κλάδης, Αθήνα, Βασιλική Τυπογραφία και Λιθογραφία, 1837, σελ. 129 : Απόφαση της Αντιβασιλείας, 20 Μαΐου (1 Ιουνίου) 1833 για τη Σύσταση του Τάγματος του Σωτήρος Το πλήρες κείμενο της σύστασης και όλοι όσοι τιμήθηκαν κατ’αρχήν με συμμετοχή στο Τάγμα (από τη Βικιπαίδεια)

[…]

Βέβαια στο ίδιο διάταγμα, το Μεγαλόσταυρο οι αντιβασιλείς τον απονέμουν και στον …εαυτό τους, σε όλο το βασιλολόι της Ευρώπης, αλλά και σε αγωνιστές της Επανάστασης και σε Φιλέλληνες.

Ο Μέτερνιχ φιγουράρει στη δεύτερη σελίδα.

Γενικά τα μέλη του Τάγματος όλων των βαθμίδων είναι το who is who του zeitgeist του νεοσύστατου βασίλειου. Και έχει ενδιαφέρον ποιοι αγωνιστές παίρνουν ποια βαθμίδα (πχ ο Μιαούλης Μεγαλόσταυρο, ο Κολοκοτρώνης Ανώτερος Ταξιάρχης, ο Κανάρης Ταξιάρχης, ο Μακρυγιάννης Ιππότης). Αλλά για άλλη φορά αυτό.

Ο Μεγαλόσταυρος του Μέτερνιχ

Η Αμερική που κλαίει

Les Cowboys Fringants – L’Amérique pleure

Η σύγχρονη Αμερική με σπαραχτική τη ματιά ενός …κεμπεκέζου φορτηγατζή. Μια ξεχωριστά (γαλλο-) καναδική οπτική γωνία, με μια τρυφερότητα και αξιοπρέπεια που δεν την έχω συναντήσει αλλού.

Encore un jour à se l’ver
En même temps que le soleil
La face encore un peu poquée
D’mon quatre heures de sommeil (yeah!)
J’tire une coup’ de poffes de clope
Job done pour les vitamines
Pis un bon café à l’eau d’mope
Histoire de s’donner meilleure mine

J’prends le Florida Turnpike
Demain soir ch’t’à Montmagny
Non trucker c’pas vraiment l’Klondike
Mais tu vois du pays (yeah!)
Surtout ça t’fait réaliser
Que derrière les beaux paysages
Y’a tellement d’inégalités
Et de souffrance sur les visages

La question qu’j’me pose tout l’temps :
Mais comment font tous ces gens
Pour croire encore en la vie
Dans cette hypocrisie?
C’est si triste que des fois
quand je rentre à la maison
Pis que j’parke mon vieux camion
J’vois toute l’Amérique qui pleure
Dans mon rétroviseur…

Moi je traîne dans ma remorque
Tous les excès d’mon époque
La surabondance surgelée
Shootée, suremballée (yeah!)
Pendant qu’les vœux pieux passent dans l’beurre
Que notre insouciance est repue
C’est dans le fond des containers
Que pourront pourrir les surplus

La question qu’j’me pose tout l’temps :
Mais que feront nos enfants
Quand il ne restera rien
Que des ruines et la faim?
C’est si triste que des fois
quand je rentre à la maison
Pis que j’parke mon vieux camion
J’vois toute l’Amérique qui pleure
Dans mon rétroviseur…

Sur l’Interstate 95
Partent en fumée tous les rêves
Un char en feu dans une bretelle
Un accident mortel (yeah!)
Et au milieu de ce bouchon
Pas de respect pour la mort
Chacun son tour joue du klaxon
Tellement pressé d’aller nulle part

La question qu’j’me pose tout l’temps :
Mais où s’en vont tous ces gens?
Y’a tellement de chars partout
Le monde est rendu fou
C’est si triste que des fois
quand je rentre à la maison
Pis que j’parke mon vieux camion
J’vois toute l’Amérique qui pleure
Dans mon rétroviseur…

Un aut’ truck stop d’autoroute
Pogné pour manger d’la ch’noute
C’est vrai que dans la soupe du jour
Y’a pu’ tellement d’amour (yeah!)
On a tué la chaleur humaine
Avec le service à la chaîne
À la télé un aut’ malade
Vient d’déclencher une fusillade

La question qu’j’me pose tout l’temps :
Mais comment font ces pauvres gens
Pour traverser tout le cours
D’une vie sans amour?
C’est si triste que des fois
quand je rentre à la maison
Pis que j’parke mon vieux camion
J’vois toute l’Amérique qui pleure
Dans mon rétroviseur…

Ouais, n’empêche que moi aussi
Quand j’roule tout seul dans la nuit
J’me d’mande des fois c’que j’fous ici
Pris dans l’arrière-pays (yeah!)
J’pense à tout c’que j’ai manqué
Avec Mimi pis les deux filles
Et j’ai ce sentiment fucké
D’être étranger dans ma famille

La question qu’j’me pose tout l’temps :
Pourquoi travailler autant
Éloigné de ceux que j’aime
Tout ça pour jouer la game
C’est si triste que des fois
quand chu loin de la maison
Assis dans mon vieux camion
J’ai toute l’Amérique qui pleure
Que’q’part au fond du cœur

Another day waking up
At the same time as the sun
Face still a bit battered
My 4 hours of sleep, Yeah
I drag a couple of puffs from my smoke
Job done for the vitamins
And a good watery cup of Joe
To perk up a bit, Yeah

I take the Florida Turnpike
And tomorrow night I’m at Montmagny
No trucker, it’s not really Klondike
But you see the world, Yeah
Mainly it makes you realize
That behind the beautiful sceneries
There’s so much inequality
And misery on people’s faces

The question I always ask myself,
How do all these people do
To still believe in life
With all this hypocrisy
It’s so sad that sometimes
When I come back home
And park my ol’ truck
I see all of America crying
In my rearview mirror

Me, I haul in my trailer,
All the excesses of my time
The frozen-section, drugged up,
overpackaged glut, Yeah
While empty words miss their mark
And our complacency is satisfied
It’s in the bottom of containers
That the food surplus will rot

The question I always ask myself
What will our children do
When there will be nothing left
But ruins and hunger
It’s so sad that sometimes
When I come back home
And park my ol’ truck
I see all of America crying
In my rearview mirror

On interstate-95
All dreams vanish like smoke
A car on fire on an exit ramp
A deadly accident, Yeah
And in the middle of this traffic jam
No respect for the dead
In turn, everyone plays the horn,
In such a hurry to go nowhere

The question I always ask myself
Where do all these people go
There’re so many cars everywhere
The world has gone mad
It’s so sad that sometimes
When I come back home
And park my ol’ truck
I see all of America crying
In my rearview mirror

Another highway truck-stop
Stuck eating crap
It’s true that in the daily fare
There isn’t a lot of love left
We killed human warmth
With the service chain
On TV another sicko
Has started a shoot-out

The question I always ask myself
How do those poor people do
To go through the course
Of a loveless life
It’s so sad that sometimes
When I come back home
And park my ol’ truck
I see all of America crying
In my rearview mirror

Nonetheless, it’s true that
When I drive alone through the night
I ask myself what the hell I’m doing here,
Stuck in backwaters country, Yeah
I think of all that I’ve missed
With Mimi and the two girls
And I have this fucked-up feeling,
Like I’m a stranger in my family

The question I always ask myself
Why work so much
Drift away from those I love
All of it to play the game
It’s so sad that sometimes
When I’m far from home
Sitting in my ol’ truck
I have all of America crying
Somewhere deep in my heart

Η Αμερική που κλαίει

7 little words

Canada has (at least) two deeply problematic institutions:

  1. The Indian Act.
  2. The Senate.

The first is “a form of apartheid” that serves as the foundational witness of Canadian colonialism, racism and indigenous genocide.

The second is an unelected vestige of aristocracy in the Canadian parliamentary system that even right wing media [1][2] call undemocratic.

Canada also seems to be time and again struggling with the principle of “Free, Prior and Informed Consent“, especially when it comes to pesky indigenous people not giving it.

What a mess.

Really, what a mess.

But wait.

What if we didn’t need to change too many things?

What if we didn’t have to abolish anything?

What if we didn’t have to fix a complicated constellation of bureaucratic and legal inter-dependencies?

What if we added just 7 words to some obscure law?

All we would need would be to amend the eligibility requirements for appointment to the Senate to add just one more requirement:

“An individual must be a status Indian”

Eh?! EH!?! EH?!!?

We could of course do away with the Indian Act, abolish the Senate, and actually respect the sovereignty of indigenous people and try to actually make amends for the horrors of the past and the present. But if we can’t do all these super difficult and controversial things, surely just 7 little words at the right place can be enough of a temporary solution. No?

7 little words

Ο Μέγας Κανίσκα

bact_b04

1. […. ]νο βωγο στοργο κανηþκε κοþανο ραþτογο λαδειγo χοαζαοαργο βαγ[η]-

2. ζνογο κιδι ασo νανα oδo ασo oισπoανo µι βαγανo ι þαoδανo αβoρδo κιδι ιωγo χþoνo

3. νoβαστo σ(α)γωνδι βαγανo σινδαδo oτηια ι ιωναγγo oασo oζoαστo ταδηια αριαo

Που σημαίνει σε ελέυθερη μετάφραση:

“o μέγας σωτήρας, ο ενάρετος, δίκαιος μονάρχης, θεϊκά αξιομακάριστος, που έγινε βασιλιάς με την θέληση της Νάνα και όλων των θεών, που εγκαινίασε την πρώτη χρονιά όπως θέλαν οι θεοί. Ήταν εκείνος που διέκοψε τη χρήση της ομιλίας των Ελλήνων και καθιέρωσε τη μιλιά των Αρίων”

Είναι οι 3-4 πρώτες γραμμές της Επιγραφής του Ραβατάκ σε βακτριανή γραφή. Λέει για τον Κανίσκα το Μέγα (“Κανηþκε” στη γραφή του), βασιλιά των Κοσσανών (“Κυϸανο”).

Οι Κοσσανοί ήταν βουδιστές, άκμασαν μεταξύ του 30-375 μΧ και έγραφαν τη γλώσσα τους με το Ελληνικό αλφάβητο. Στο απόγειο τους εξουσίαζαν τη βόρεια Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Τουρκεστάν και την Δυτική Κίνα. Η γλώσσα τους ήταν η βακτριανή (“Αριαο”) που γραφόταν με το ελληνικό αλφάβητο, συν το γράμμα Σω (“þ”) που προφέρεται ως παχύ “σ”.

Ο Μέγας Κανίσκα