Ο κομαντάντε μας πέθανε, ζήτω ο Τσάβες!

Con el Comandante por la Enmienda

Μεταφραζω και αναδημοσιευω το κειμενο του συντροφου Νοαμαν Αλι απο την συλλογικοτητα BASICS:

Ο Ούγο Τσάβες, πρόεδρος της Βενεζουέλας και ηγέτης της Μπολιβαριανής Επανάστασης, πέθανε στις 5 Μαρτίου, 2013, μετά από παρατεταμένη μάχη με τον καρκίνο. Πολλοί θα επικρίνουν τον Τσάβες και την κληρονομιά του. Κάποιοι, προέρχονται από τις κατεστημένες ανώτερες τάξεις, οι οποίες θέλουν να διατηρήσουν την ανισότητα και να περιφρουρήσουν τα προνόμια τους, και άρα αντιτίθενται σε οτιδήποτε προέρχεται από τον Τσάβες ή τους Μπολιβαριανούς επαναστάτες. Κάποιοι άλλοι όμως, είναι φίλοι των λαικών συμφερόντων αλλά τείνουν να κοιτούν τα πάντα επικριτικά, προσκολημμένοι σε αφηρημένες νοηματοδοτήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας.

Εμείς υιοθετούμε μια διαφορετική οπτική του Τσάβες και της κληρονομιάς του.

Φυσικά και διαφωνούμε με πολλές από τις ιδέες και τις θέσεις του Τσάβες. Φυσικά και καταλαβαίνουμε ότι η Βενεζολάνικη επανάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη από έναν άνθρωπο. Φυσικά και αναγνωρίζουμε ότι έχει πολλά προβλήματα, ότι πρέπει να θεσμοποιήσει την λαική εξουσία, ότι πρέπει να ακονίσει την ταξική πάλη μέσα στο κόμμα του, το PSUV, ότι πρέπει να απωθήσει τους γραφειοκράτες και τους κόλακες και ότι πρέπει να τοποθετήσει τις δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις και ανάπτυξη αυστηρά υπό τον έλεγχο του λαού και των ταξικών του εκπροσώπων. Φυσικά και αναγνωρίζουμε ότι η επανάσταση έχει πολύ δρόμο ακόμα και ότι ο Τσάβες ο ίδιος δεν την προώθησε τόσο όσο θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει κανει. Φυσικά και αναγνωρίζουμε ότι οι θέσεις του Τσάβες σχετικά με το Ιράν, τη Λιβύη και τη Συρία ήταν απαράδεκτες — κατευθυνόμενες περισσότερο από τις επείγουσες ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής της Βενεζουέλας, παρά από τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Ναι, καταδικάζουμε απερίφραστα τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις σε αυτές τις χώρες, όμως οφείλουμε να υπερασπιστούμε το δικαίωμα των λαών να εξεγείρονται ενάντια σε αυταρχικούς και ολοένα και περισσότερο νεοφιλελεύθερους δικτάτορες που επιβάλλουν τον δικής τους κοπής καπιταλισμό στις κοινωνίες τους.

Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε… Όταν όλοι οι άλλοι συζητούσαν αν η εισβολή στο Αφγανιστάν ήταν μια σοφή κίνηση ή όχι, ο Τσάβες την αποκαλούσε με το πραγματικό της όνομα: αμερικάνικη τρομοκρατία. Όταν όλοι έσκυβαν μπροστά στον νεοφιλελευθερισμό, ο Τσάβες τον αποκαλούσε με το πραγματικό του όνομα: ιμπεριαλισμό. Όταν όλοι έλεγαν ότι η Λατινοαμερικάνικη ενοποίηση θα ήταν ή ένα ένα ουτοπικό όνειρο ή ένα ιμπεριαλιστικό σχέδιο, ο Τσάβες ξεκινούσε κάτι διαφορετικό: μια ενοποίηση χτισμένη στους αδελφικούς δεσμούς της αλληλεγγύης και της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό. Όταν όλοι οι άλλοι έλεγαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια χαζομάρα, ο Τσάβες εκλεγόταν από εκατομμύρια για να ηγηθεί ενός προγράμματος που επανέφερε την μαζική παιδεία, υγεία και διατροφική ασφάλεια, τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις, τα εργοστάσια υπό εργατικό έλεγχο και τόσα άλλα, δυναμικά πάλι πίσω στην πολιτική ατζέντα και το συλλογικό φαντασιακό. Όταν όλοι έλεγαν ότι στην σύγχρονη πραγματικότήτα τα μαζικά κινήματα, η λαική εξουσία και η επανάσταση δεν ήταν πια εφικτά, ο Τσάβες αποκαλούσε αυτήν την πραγματικότητα με το πραγματικό της όνομα: ένα προσωρινό πισογύρισμα, ένας τρόπος να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος, ένα βήμα για ένα καλύτερο και φωτεινότερο μέλλον.

Ούτε για ένα λεπτό, ούτε για μια στιγμή δεν επικροτούμε  τις αποτυχίες του. Αλλά ούτε για ένα λεπτό, ούτε για μια στιγμή δεν ξεχνάμε τα επιτεύγματα που αυτός ο άνθρωπος πλέον συμβολίζει. Ούτε για μία στιγμή δεν ξεχνάμε τα εκατομμύρια που σήκωσαν το ανάστημα τους και με τις φωνές τους, τα χέρια τους, την πίστη τους έχουν υψώσει το λάβαρο που τώρα αλλά και για πολύ καιρό στο μέλλον θα λέει: Ζήτω Η Μπολιβαριανή Επανάσταση! –  ¡Viva la Revolución Bolivariana!

Μαθαίνουμε από τον αγώνα, από τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του. Θεός φυλάξοι αν ποτέ παρατήσουμε αυτόν τον αγώνα. Ας τον πάρουμε και μεις μαζί μας στον τάφο.

Ζήτω ο Τσάβες! – Είμαστε όλοι Τσάβες!
Todos somos Chávez! – ¡Viva Chávez!

Advertisements
Ο κομαντάντε μας πέθανε, ζήτω ο Τσάβες!

Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά…

“Αφιερώνουμε ένα μόνο από τα πολύ σημαντικά και ωραιότερα τραγούδια του, μέρες που είναι, σε όλους τους περιπλανώμενους και τους δυστυχισμένους, σε όλους τους εργάτες, Έλληνες και ξένους, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για να βρουν μια δουλειά και ένα καλύτερο αύριο. Και βεβαίως στον Σαχτζάτ Λουκμάν, τον άνθρωπο που έσφαξαν τα φασιστοειδή χτες στα Πετράλωνα.”

Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά…

October 28 2012: David McNally on the rise of fascism in Greece.

This is the talk by David McNally that we recorded and screened at our recent antifascist event (you can see some photos from the event here).

He makes some very good points, including:

  • The function of fascists as a tool of capitalists for disciplining the Working Class.
  • The role of austerity in the context of the capitalist crisis.
  • The dangers of electoralism and the need for bottom-up organization of the Working Class.

Worth the watch!

October 28 2012: David McNally on the rise of fascism in Greece.

Justice overdue for Grassy Narrows

(Το αρθρο το εγραψε η συντροφισα Ναταλι για δημοσιευση στο rabble.ca.)

Over 50 people of all ages from Asubpeeschoseewagong Anishinabek (Grassy Narrows First Nation) are travelling 2000 km to Toronto by foot, bus and rail from their territories 80 km north of Kenora, Ontario.

They are travelling such great distances for the 2012 River Run, a week of educational, media and social movement-building events June 5-8. They’re demanding justice for a series of health, economic and environmental wrongs that are still being ignored by the provincial and federal governments.

Grassy Narrows led a similar series of events two years ago to raise awareness about their community’s struggle for clean water, after the Ontario government allowed a Dryden pulp and paper mill to dump mercury into the English-Wabigoon River for eight years from 1962-1970.

Demanding action on water contamination 

The contamination has led to health concerns, impacts on their water, and affected fish, the basis of their subsistence and economy. With glaring inaction by governments to address their concerns, Grassy Narrows returns this year with a newly updated health study, speaking events, and a challenge to Premier McGuinty to come eat their community’s fish.

The week of action will culminate with a dramatic ‘River Run’ march to Queen’s Park, with 15,000 square feet of blue fabric which will be used to mimic the way the river should flow in their northern communities.

Though governments seem unwilling to address Grassy Narrows’ health concerns – including incidents of delayed development in children, cerebral palsy and seizures – Grassy Narrows is hoping today’s release of a newly updated health study on their community by renowned Japanese mercury expert Dr. Harada will garner the irrevocable attention of governments and Ontarians.

According to River Run 2012 organizers, Grassy Narrows are coming to create a “wild river that will flow to Queen’s Park to demand long overdue justice for their people and protection for the waters and forests on which they depend.”

Strong alliances of support for Grassy Narrows

Though it is unclear if governments will break with tradition and decide to take action to help clean up and monitor the impacts of mercury on these peoples’ water and health, what is clear is that the people of Grassy Narrows have been very successful in building awareness and support within a broader movement of environmental and indigenous solidarity activists across Ontario and other provinces and nations.

In addition to coping with the devastating impacts of the mercury-contamination scandal, members of Grassy Narrows have also led extraordinarily direct action blockades since 2002 to protect their forests from industrial logging. They’ve maintained the longest road blockade in Canadian history and built alliances with groups like the Christian Peacemakers and numerous environmental organizations who support their land defence, assertion of their Aboriginal rights and share their goals to protect Ontario’s threatened boreal forest.

Grassy Narrows’ inspiring direct actions continue. Last year, a group of women in Grassy Narrows blocked the Ontario Ministry of Natural Resources (MNR) from trying to interfere with their communities’ maintenance of bridges and back roads on their territories, used to access hunting, trapping, wild rice, medicine and berry picking areas.

Retaliation against community resistance

Ontario stopped maintaining the back roads in retaliation for Grassy Narrows’ strong stance against clearcutting. When Grassy Narrows took up the maintenance work themselves, they were visited by enforcement officers who issued threats of massive fines for their continued road and bridge maintenance.

“The MNR attempt to stop maintenance of the roads is an attack on our community’s self sufficiency,” said Roberta Keesick in 2011, a Grassy Narrows grandmother, trapper, and blockader. “It is another attempt by the Province to assert unilateral control over the Territory in violation of our inherent and treaty rights.”

The direct action forced the Minister to intervene and commit to fix the bridge at the governments expense, but grassroots Grassy Narrows organizers won’t stop until their right to make decisions on their own land is respected.

Youth take long walk for justice 

The community of Grassy Narrows continues to spawn new projects of resistance and strength in the face of such challenges, including the “Makade Mukwa Walk for Water”. A group of Indigenous Anishnabe youth have been walking since late April to make the 2000 km journey to Toronto for this week’s River Run.

Youth walker Edmond Jack says “we are walking with a group of young people to raise awareness about chemical dumping and mercury poisoning that the government and corporations have caused over the past decades, and to keep that message strong for the next generation, to carry on that message so that people don’t forget that the water is still being poisoned.”

Through their persistent direct actions, initiatives and events like the River Run, Grassy Narrows continues to inspire new generations of land defenders who are willing to take direct action to protect forests, waters and assert indigenous rights. Grassy Narrows’ grassroots leadership fosters a broader environmental justice movement by connecting the dots across social and environmental struggles, from human rights to safe drinking water, deforestation and impacts on wildlife and indigenous sovereignty.

Grassy’s ongoing community and movement building work extends to allies outside of their territories and northwestern Ontario. Over the decades, larger non-governmental organizations such as US-based Rainforest Action Network, Amnesty International, the Council of Canadians and Greenpeace Canada have helped publish reports and garner media attention for Grassy Narrows’ story and demands for justice.

Through personal relationship building with dedicated activists and supporters, newer grassroots organizing continues to sprout in different communities, like the Indigenous People’s Solidarity Movement in Winnipeg, which started as the Friends of Grassy Narrows solidarity group; and in Toronto the newly-founded Earth Justice Action: Supporting Indigenous Land Defense, which directs solidarity projects to support Grassy Narrows.

Though Grassy Narrows continues to assert their rights, demand justice through action and grow their support base, more advocates are always needed. Grassy Narrows invites everyone to join this year’s River Run events in Toronto and “continue a tradition of community led action for justice – for our people, and for the protection of the water, air, and forests that give us all life”.

Natalie Caine is a writer and community organizer based in Toronto, Ontario with a special interest in supporting environmental and social justice struggles through communications, media, research, facilitation and music. She is supporting the community of Grassy Narrows through education and outreach for the 2012 River Run.

Justice overdue for Grassy Narrows

I Am A communist

(Every now and then, we find pieces by other people that deeply resonate with our own thoughts, alignments, positions, fears, passions. This piece, by the Rustbelt Radical, is such a case. I agree with it to an iota. Republished here with RR’s permission. See also the companion article.)

I am a communist. You might call me a Marxist, a socialist, an eco-socialist, a radical, a revolutionary, a Trotskyist or number of other names, but I prefer ‘communist’. Though I am not a Communist. However, while rejecting utterly the Stalinist aberration, it is not possible to also erase that legacy. Including what might have been inherent in the Bolshevik experience that allowed for the part of the bureaucracy, including Stalin, to emerge from its ranks. It has to be embraced and subjected to context and critique in order that we might understand it with the imperative of avoiding such future cataclysms, so profoundly criminal and obfuscatory.

‘Communism’, nowhere in the entire canon, practice and traditions that armed the working class movement in the decades before the Soviet experiment, those same traditions that helped guide the Russian working class in forging that revolution, would have been taken to mean anything like the Stalinist nightmare that came. Stalinism, in too many ways, became the antithesis to the vision which made the revolution. So I remain a communist without contradiction. It is in Stalinism that contradiction, grotesque contradiction, is held.

The date of the fall, of the degeneration, is entirely secondary for it was a process that began as soon as the Russian revolution found itself starving and alone in the world. And further back, a revolution whose roots were burrowed deep into a base and backward, absolutist feudal past. No one, not one person, with a genuine understanding of the communism of Marx (or indeed of Lenin), could dare describe the Gulag State as communism without first redefining the term until it lost all its emancipatory and historical meaning, all its theoretical and analytical foundation. It is for those very meanings, those foundations that I find it impossible to not embrace the term for myself. I am a communist.

And speaking of losing all meaning, what could it possibly mean to call oneself a ‘socialist’, a term deemed more approachable, when Tony Blair, in a fit of nostalgia or guilt or whatever, might call himself one as well. In deed the entire, disastrous, neo-liberal agenda has been implemented by so-called Socialist parties. Even at these parties best (many years ago now) when ‘socialism’ meant the capitalist state taking ownership of capitalist enterprises then not only am I not a socialist, I am, in a sense, an anti-’socialist’. When a serial rapist like (recent) International Monetary Fund head Dominique Strauss Kahn; a rapist of women, of resources, of workers, of whole nations is a leading member (and possible Presidential candidate still) of a ‘Socialist Party’ then shouldn’t our movement be as resistant in confusing our vision by calling ourselves socialists as we are resistant in calling ourselves communists because of Stalinist ignominy?

But isn’t this is just as true of words like ‘democracy’ (what, pray tell, does THAT mean anymore?) or ‘feminism’ or ‘environmentalism’ or any other term that I positively use all of the time. It is no accident, however, that each of those words has been positively appropriated by the ruling classes for their own ends (even as we struggle to appropriate them for ours), but the term ‘communism’ (with a good deal of assistance from the Stalinist debacle) has only been vilified and damned. It is because that word, in its essence, cannot belong to them. They cannot appropriate it, for it would stick in their throats and choke them to death. So it is ours, let us treat it so.

We can not escape words, each of which have their own history, any more than we can escape history. Part of our task is to rescue definitions made wrong; to define, in our own terms, the tasks and vision of our project and use the words most fitting to illuminate the goal and the practice. There was a reason, as opposed to other trends in the movement of workers and the oppressed, that the progenitors of our movement, the one that still lives and still breathes despite all, despite everything, called themselves ‘communists’. It is thoroughly modern as it looks to the horizon; it posits the foundations of the future in the capitalist present at the same time it proudly inherits a tradition of the commons, of the egalitarian impulse and the deeply social needs our species have displayed so consistently and in such variety that it might rightly be said to be a part, a core, of our human nature.

‘Communism’ as envisioned and, in the past and in different form, lived, has no need for state or coercion or institutions vested with power standing apart of the whole. It is a ‘free association’ where in which ‘the free development of each is the condition for the free development of all’ or it is nothing. It is classless and produces only use values. Its wealth is defined by the satisfaction of needs, and those needs are defined by a people free of commodity, of commodification and in cooperation with, not antagonism to, the natural world on which we seek to live. The world which is required for us to live.

I recognize that anything we say about ourselves and what we propose requires explanation, requires us to wash away the muck our enemies, and ourselves, have covered our project and our ideas with over these many years of struggle. That we have to choose our words carefully and that we must be creative in responding to the subjectivity of folks, we must meet them where they are now; we can’t use words that confuse rather than make clear and for that reason I do not walk around talking about ‘communism’ as part of my real-world political practice.

If, however, we allow the ruling class to invest the language we use with their fears and prejudices, with their hollow truths, then they have won already. Language is the greatest of all social institutions; it is the medium in which ideas travel and action organized, it is not neutral and our role in the waging of the class war is, in part, to wage a war to (re)appropriate language that illuminates and to expropriate the words that have been made obscure, an obscurity which hides their true history. And in doing so we lose our own history, through the words used to understand it, to the whims of the enemy. If we are ever to win the battle, or even effectively engage it, we must win the words we use to define our struggle. It is an essential component in that most precious, for the survival of our species, of processes; that process by which the working class is transformed from a class ‘of itself’ into a class ‘for itself’.

To pose an alternative that might capture the imagination of masses of folks it is necessary to name that alternative and to place its realization in the transformation of the present and not in the faith of an idealized future. However, that transformation, both its beginnings and its outcomes, is only made real by a vision; a goal worthy of the terrible cost liberation entails. And for this we revolutionaries, as communists, ‘disdain to conceal [our] views and aims. [We] openly declare that [our] ends can be attained only by the forcible overthrow of all existing social conditions. Let the ruling classes tremble at a Communistic revolution.’

To win that world the working class must also win on the field of language, which is essential if we are to win on the field of ideas and of ideology. With clarity and the legitimate audacity history, when deeply absorbed and understood by the best of working class combatants and the communities of struggle they lead, affords us we can remake words into weapons and refound ideas as the power to wield those weapons. We must do so without jargon or dogmatism or sentimental fealty to moribund traditions, but we must do so. In so doing we take power into our own hands, the power of ideas and the power to communicate those ideas. And, in my opinion, that is one giant step on the path to communism, or at least to a revolution which might make communism a possibility many years after all of us are gone. And yes I am, proudly, a communist.

I Am A communist

To «κίνημα των αγανακτισμένων» και η Αριστερά

Ανακοίνωση του Κόκκινου.

1.Η πλημμυρίδα των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που κατακλύζουν το Σύνταγμα και τις κεντρικές πλατείες άλλων πόλεων είναι γνήσιο τέκνο της κρίσης γενικά αλλά και της συγκεκριμένης πολιτικής συγκυρίας που η συνταγή του Μνημονίου έχει καταρρεύσει, που οι αυταπάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας ότι υπομένοντας κάποιες θυσίες θα σωθούν τα βασικά και θα βγούμε από τον εφιάλκτη της κρίσης καταρρέουν επίσης, που η κατάρρευση των κοινωνικών υποδομών (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, προνοιακές δομές κ.λπ.), η ανεργία και η φτώχεια παίρνουν εφιαλτικές διαστάσεις. Η αξιοπιστία του σχεδίου των «από πάνω» καταρρέει, και η προσπάθεια να το αναστηλώσουν εφαρμόζοντας πιο σκληρά την ίδια συνταγή δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλέον ούτε τη «συναίνεση του τρόμου». Η εντεινόμενη αστάθεια σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι είναι θέμα χρόνου η διαχείριση της συντελεσμένης από τον Απρίλιο του 2010 ελληνικής χρεοκοπίας να ξεφύγει από τον έλεγχο και να εκδηλωθεί με ανεξέλεγκτο και καταστροφικό τρόπο, αλλάζουν τη συγκυρία και τις διαθέσεις πλατιών στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Η αίσθηση ότι θα γίνουν σημαντικά πράγματα τους επόμενους μήνες, η αίσθηση ότι «αφού λεηλατήσουν το σύμπαν» θα επέλθει και η κατάρρευση, καλλιεργεί μαζικά τη διάθεση «να γίνει κάτι τώρα για να τους σταματήσουμε». Το «κίνημα των αγανακτισμένων» είναι παιδί αυτής της συγκυρίας και φορέας αυτής της μαζικής διάθεσης.
2.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το «κίνημα των αγανακτισμένων» είναι η έτοιμη πλατφόρμα για μια αριστερή εναλλακτική λύση ή ότι θα εξελιχθεί με ένα φυσικό τρόπο σε κάτι τέτοιο. Ο πολιτικός ρόλος που θα παίξει στη συγκυρία, το τι θα αφήσει πίσω του, το ποιες πολιτικές διεργασίες θα ευνοήσει ή θα «νομιμοποιήσει», με λίγα λόγια ποιου πολιτικού σχεδίου θα αποτελέσει την «κοινωνική βάση», είναι ερώτημα ανοιχτό σε πολλές και διαφορετικές απαντήσεις. Ποια απάντηση θα δοθεί τελικά, θα κριθεί από την έκβαση μιας σκληρής και αμφίρροπης μάχης για την ηγεμονία, την οποία οι δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να δώσουν χωρίς ενοχές ή αυταπάτες αλλά και χωρίς υπεροψία ή ελιτισμό.

 
3.Το κίνημα αυτό βγαίνει από τα σπλάχνα μιας κοινωνίας που έχει βαθιά τα αποτυπώματα της μακρόχρονης ηγεμονίας των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, της ιστορικής κρίσης του εναλλακτικού – χειραφετητικού οράματος, της μακρόχρονης κρίσης της Αριστεράς και των συνδικάτων. Ακόμα χειρότερα: η αποτυχία της Αριστεράς και των συνδικάτων να ανακόψουν την κοινωνική αντεπανάσταση στον ένα χρόνο του μνημονίου και ιδιαίτερα η αδυναμία του συνόλου της Αριστεράς να εκπονήσει ένα ανταγωνιστικό σχέδιο απέναντι όχι μόνο στο μνημόνιο, αλλά και στη δομική κρίση του καπιταλισμού, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη δημιουργία αυτού του αντιφατικού μείγματος ιδεών, ιδεολογημάτων και διαθέσεων, σαν να μπήκαν μαζί στο μίξερ τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα και η λαϊκή οργή για την κυβέρνηση, το Μνημόνιο και την τρόικα.
4.Εκτός από αυτό, το «κίνημα των αγανακτισμένων» κουβαλάει πολλούς ταξικούς και ιδεολογικούς προσδιορισμούς. Στις πλατείες κατεβαίνουν τα θύματα της επισφαλούς εργασίας, τα οποία δεν έχουν έχουν γνωρίσει συνδικάτο και κανενός είδους συλλογική οργάνωση. Κατεβαίνουν όμως και εργαζόμενοι που έχουν πεισθεί ότι τα συνδικάτα δεν μπορούν να ανακόψουν την επίθεση. Όχι μόνο όσοι είναι μέλη των συνδικάτων και συμμετείχαν και σε κάποιες κινητοποιήσεις τους, αλλά και όσοι δεν συμμετείχαν και δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ, όσοι είδαν τα κεκτημένα σαν «δωρεά» ή σαν προσωπικό άθλο, αλλά τώρα μέμφονται το συνδικάτο που δεν μπορεί να τα υπερασπιστεί αποτελεσματικά. Κατεβαίνουν επίσης οι αγανακτισμένοι μικροαστοί των οποίων απειλείται άμεσα το επίπεδο διαβίωσης. Αυτοί οι τελευταίοι είχαν κερδίσει ένα κοινωνικό status και κάποια περιουσιακά στοιχεία (σπίτι, αυτοκίνητα) συνήθως με τραπεζικά δάνεια. Τώρα βλέπουν όσα κέρδισαν με μια προσωπική προσπάθεια κοινωνικής ανόδου να απειλούνται σοβαρά, και εξεγείρονται. Αισθάνονται ότι τα κεκτημένα τους είναι προϊόν προσωπικού μόχθου, δεν τους τα χάρισε κανένα συνδικάτο και κανένα κόμμα και είναι πιο επιρρεπείς απ’ όλους στο να τσουβαλιάζουν και να στήνουν στον τοίχο όλα τα κόμματα, τους «300» της Βουλής ανεξαιρέτως, τα συνδικάτα και κάθε συλλογικότητα. Κατεβαίνει, τέλος, μαζικά η νεολαία. Γαλουχημένη από την «ταξική συνισταμένη» όλων αυτών των πιέσεων, από τα εργασιακά και κοινωνικά αδιέξοδα, από την κατάρρευση του οράματος της προσωπικής κοινωνικής ανόδου, από το ιδεολογικό «κενό» που γέμισε και εξακολουθεί να γεμίζει με τη σαβούρα των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων και των μίντια.
5.Δεν κομίζουμε γλαύκα εις Αθήνας αν συμπεράνουμε ότι ο αριστερός καταλύτης σ’ αυτό το αντιφατικό μείγμα ταξικών και ιδεολογικών προσδιορισμών ήταν πολύ ασθενικός και αναποτελεσματικός. Από αυτό όμως βγαίνει ένα σημαντικό συμπέρασμα: το σύστημα, τα ιδεολογήματα του συστήματος έχουν κερδίσει από την Αριστερά σημαντικά «εδάφη» στη μάχη για την ηγεμονία. Αν δεν εθελοτυφλούμε, όλοι ξέρουμε ποια είναι τα «εδάφη» που χάσαμε ως Αριστερά και που μας κάνουν να δίνουμε τη μάχη για την ηγεμονία έχοντας πολλά μειονεκτήματα: Ο φασίστας ή ο ακροδεξιός μπορεί να κουβαλάει άνετα την ελληνική σημαία (χωρίς να θέλουμε να πούμε ότι όσοι κρατάνε την ελληνική σημαία είναι φαίστες) και να προσπαθεί να την επιβάλει σαν τη «σημαία μας», αλλά ο αριστερός που θα κατέβει με την κόκκινη σημαία κινδυνεύει να φάει ξύλο. Η Αριστερά παρεμβαίνει στη συνέλευση και γενικά στις διεργασίες, αλλά για να κερδίσει το «δικαίωμα» να το κάνει, αισθάνεται ότι πρέπει να παραιτηθεί της ταυτότητάς της. Η κατάκτηση του δικαιώματος ότι όλοι μπορούμε να συμμετέχουμε με τις ταυτότητές μας, αυτονόητη στα κινήματα μέχρι και την περίοδο των  Φόρουμ, τώρα είναι δύσκολο να διεκδικηθεί καν. Το μπλοκ της ΔΕΗ γιουχαΐστηκε από μερίδα του κόσμου και δίνεται μάχη για να σπάσει το στερεότυπο που θέλει να εξοβελιστούν όχι μόνο τα κόμματα αλλά και τα συνδικάτα.

Το ταξικό στοιχείο είναι ηγεμονευόμενο ενώ ο πατριωτισμός στις διάφορες εκδοχές του είναι κυρίαρχος. Το αντιπολιτικό στοιχείο και η εθνική ενότητα είναι οι ηγεμονικές συνιστώσες με μαζική επιρροή σ’ αυτό το κίνημα, παρόλο που αποτελούν ένα αμάλγαμα και δεν έχουν σαφώς καθορισμένο και εμπεδωμένο περιεχόμενο. Την Τρίτη στα Προπύλαια το πλήθος «μάγεψε» η κραυγή εθνικής ενότητας του Θεοδωράκη και του Πελεγρίνη (ο Θεοδωράκης διευκρίνισε ότι εθνική ενότητα χωρίς το 70% της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ δεν είναι νοητή…) με τρόπο που ούτε στον ύπνο τους δεν μπορούν να δουν ηγέτες ή στελέχη της Αριστεράς.
6.Η παρέμβαση της Αριστεράς στο Σύνταγμα την πρώτη εβδομάδα έχει αποτελέσματα, αποδεικνύοντας ότι υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες για τον «αριστερό καταλύτη» να δράσει αποτελεσματικά. Για να συμβεί αυτό, όμως, πρέπει να δούμε πώς διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά αυτού του κινήματος μέσα από όλους του τους προσδιορισμούς. Ως γέννημα της συγκεκριμένης συγκυρίας, το «κίνημα των αγανακτισμένων» βρίσκεται αντιμέτωπο με την επιρροή και την αφομοιωτική δύναμη διαφορετικών πολιτικών σχεδίων:

α. Το σχέδιο της Δεξιάς: Η Ν.Δ. θέλει μια χαλαρή διαμαρτυρία, με τα ελληνικά σύμβολα να κυματίζουν (γιατί αυτά ενώνουν), το θέλει ακομμάτιστο (και εννοεί απο-πολιτικοποιημένο), έτσι ώστε να φθείρει απλώς το ΠΑΣΟΚ και να αποτελεί συσχετισμό δύναμης για τη γραμμή «αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου» και μείωση της φορολογίας. Είναι το σχέδιο της εθνικής ενότητας για «σκληρή διαπραγμάτευση» με την τρόικα.

β. Το σχέδιο του ΠΑΣΟΚ: Στην τρόικα και κατ’ επέκταση στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ωριμάζουν οι σχεδιασμοί για κυβέρνηση με τεχνοκράτες υπουργούς, η οποία θα προωθηθεί πιθανότατα μέσα από μια μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος (μείωση αριθμού βουλευτών, αναπροσαρμογή των αποδοχών τους, μείωση της κρατικής επιχορήγησης στα κόμματα κ.λπ.). Στόχος, η απαλλαγή από τα «βαρίδια του πολιτικού κόστους», δηλαδή η πλήρης χειραφέτηση από τα κόμματα και τα όποια στοιχεία κοινοβουλευτικού ελέγχου. Θα προσπαθήσει να κολακέψει τις αντιπολιτικές τάσεις του κινήματος μέσα από τέτοιες κινήσεις, ελπίζοντας ότι θα κουραστεί, θα αποπροσανατολιστεί και θα εκτονωθεί. Ωστόσο, η μόνιμη περικύκλωση της Βουλής όταν σε δύο βδομάδες θα ψηφίζεται το «πακέτο» του νέου Μνημονίου είναι μεγάλο πρόβλημα για την κυβέρνηση. Αν μέχρι τότε το κίνημα δεν εκτονωθεί, το σενάριο της καταστολής του θα πάρει το προβάδισμα.

γ. Το σχέδιο των φασιστών: Η λογική του «αδιαμεσολάβητου» και «ακομμάτιστου», η άρνηση της πολιτικής και το απολιτίκ δημιουργούν ένα έδαφος (δεν αρκούν από μόνα τους φυσικά) ώστε να επενδυθεί ένα σχέδιο παρόμοιο με τα ευρήματα της Έρευνας του «Βήματος» όπου το 23% δηλώνει ότι θέλει «έναν ηγέτη με κύρος και εξουσίες, που θα μπορούσε να λάβει γρήγορα αποφάσεις χωρίς να εμποδίζεται από το Κοινοβούλιο και τις εκλογές». Η καταστροφή των μικροαστών αλλά και εργατικών στρωμάτων που οι όροι ζωής τους είχαν μικροαστικοποιηθεί τα προηγούμενα χρόνια, δημιουργεί τη γνώριμη «ανθρώπινη σκόνη», η οποία αποτελεί την εν δυνάμει κοινωνική βάση του φασισμού. Μπορεί στο πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος να κυριαρχούν για την ώρα οι εκδοχές εθνικής ενότητας τύπου Σπίθας και Σαμαρά, αλλά λειτουργούν επίσης συστηματικά και οργανωμένοι πυρήνες του «βαθέος κράτους» και υπάρχουν οι όροι για την παρέμβαση και των φασιστών. Οι φασίστες έχουν σχέδιο και το υλοποιούν συστηματικά. Η βασική τους αφήγηση είναι: η κρίση οφείλεται στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης. Ως εδώ μας έφτασαν οι προοδευτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς, τα πουλημένα τους κόμματα και τα διεφθαρμένα τους συνδικάτα. Από αυτό το σημείο γίνεται εύκολα το άλμα στο ότι φταίει ο διεφθαρμένος κοινοβουλευτισμός και εν τέλει αυτοί που ανέτρεψαν τη χούντα, άρα η μόνη μας σωτηρία είναι ο Ηγέτης και ένα κίνημα που να ανατρέψει το διεφθαρμένο κοινοβουλευτισμό. Είναι αυτή την «αφήγηση» που θέλει να αποδομήσει το δικό μας σύνθημα «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το ’73».
7.Στην Αριστερά η εξουθενωτική μακρόχρονη περίοδος κρίσης ταυτότητας, η ραγδαία αποϊδεολογικοποίηση τις τελευταίες δεκαετίες αλλά και οι διαλυτικές επιπτώσεις της αδυναμίας της να εκπονήσει και εφαρμόσει ένα ανταγωνιστικό πολιτικό σχέδιο απέναντι στο Μνημόνιο, κάνει πλειοψηφικές δύο προσεγγίσεις όσον αφορά το «κίνημα των αγανακτισμένων»:

Η πρώτη προσέγγιση, που είναι και η πλειοψηφική, εξιδανικεύει το κίνημα των αγανακτισμένων και αναλύεται σε ύμνους για το «αυθόρμητο», για τη μαζικότητα, για την «κοινωνία που μπαίνει στο προσκήνιο», για τα «αυτο-» χαρακτηριστικά του (αυτο-οργάνωση, αυτο-συνείδηση, αυτο-έκφραση κ.λπ.). Στη συνέχεια, διαχωρίζεται σε δύο τάσεις, εξειδικεύοντας με διαφορετικό τρόπο αυτή την καταρχήν συμφωνία: Οι μεν, θεωρούν ότι αυτό που πρέπει να γίνει είναι να προστατευτεί και να καλλιεργηθεί το στοιχείο της αυτοοργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας, γιατί αυτό είναι το πολύτιμο πετράδι που κουβαλάει πάντα το αυθόρμητο. Το να βάζουμε κάποιο σχέδιο εξωστρέφειας, πολιτικά αιτήματα κ.λπ. υπονομεύει εξ ορισμού το στοιχείο της αυτοοργάνωσης – η αυτο-οργάνωση γίνεται αυτο-σκοπός! Οι δε, επειδή ίσως πιστεύουν ότι το αυθόρμητο έχει στο DNA του την εξέγερση ή ίσως και τα σοβιέτ, θέλουν να το σπρώξουν να συναντήσει αυτό του το «πεπρωμένο» μια ώρα αρχύτερα. Καταλήγουν λοιπόν σε μια τακτική πίεσης για γρήγορη ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού περιεχομένου (προωθημένα ή και μάξιμουμ αιτήματα, στροφή στην «εργατική δουλειά» κ.λπ.).

Η δεύτερη προσέγγιση, στις διάφορες παραλλαγές της, θεωρεί από τα πριν χαμένη τη μάχη της ηγεμονίας σ’ αυτό το κίνημα και διεκτραγωδεί ή καθολικεύει όψεις (υπαρκτές, σημαντικές και πολύ επικίνδυνες) μικροαστικών ή ρατσιστικών – εθνικιστικών ανακλαστικών και συμπεριφορών, θεωρώντας τες παγιωμένες και μη αναστρέψιμες. «Ανάχωμα» που πατρονάρεται από δυνάμεις του συστήματος το θεωρεί το ΚΚΕ και καλεί σε απονενοημένες εκδηλώσεις του «πραγματικού κινήματος» (καταφέρνοντας να πετύχει καταλυτικές συγκρίσεις σε βάρος του «πραγματικού κινήματος»…) ενώ άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς θεωρούν ότι το Σύνταγμα «κατουράει στον τάφο της Αριστεράς κι αυτή νομίζει ότι ψιχαλίζει»…
Η όλη συζήτηση γίνεται με πλήρη αφαίρεση των πολιτικών, ταξικών και ιδεολογικών προσδιορισμών που επιδρούν σε όσους/ες γεμίζουν το «Σύνταγμα» και τις πλατείες των άλλων πόλεων, έχοντας στο φόντο μεταφυσικές θεωρήσεις για το «κοινωνικό υποκείμενο» ή απλώς το «κοινωνικό» και τη σχέση του με το «πολιτικό» ή σκέτα το «αυθόρμητο» και τις εξωτικές του «ιδιότητες». Και δυστυχώς, μεγάλο μέρος της Αριστεράς αποκοιμίζεται και δεν αντιλαμβάνεται πόσο κρίσιμη, επείγουσα, αμφίρροπη, ζωής και θανάτου είναι η μάχη για την ηγεμονία, δηλαδή για τις προοπτικές αυτού του κινήματος.
8.Όσον αφορά την παρέμβαση από τα μέσα, στις ίδιες τις πλατείες, η εμπειρία του Συντάγματος λέει ότι δύο είναι τα βασικά μέτωπα:
α. Η συλλογικοποίηση του «εμείς» σε όλη την έκταση της πλατείας, μέσα από την επικράτηση της «μίας αρχής», της Γενικής Συνέλευσης της πλατείας: Ώστε να σπάσει η κυριαρχία του απολιτίκ και εθνικιστικού στοιχείου στο πάνω μέρος της πλατείας, όπου δρουν οργανωμένοι πυρήνες των φασιστών, των «330 Ελλήνων», της ΝΔ και του ΛΑΟΣ, της Σπίθας. Οι οργανωμένοι πυρήνες παρέμβασης στο πάνω μέρος της πλατείας, τα συνθήματα, το μοίρασμα σε χιλιάδες αντίτυπα των ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης, η μάχη των συμβόλων (με καταρχήν στόχο τον πλουραλισμό: πλακάτ, πανό, σημαίες της Ισπανίας, της Τυνησίας και της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης κ.λπ., αυτοκόλλητα και πλακάτ με τον Τσε Γκεβάρα κ.λπ.).
β. Η επέκταση και ο συντονισμός του κινήματος, με σύνθημα «πλατείες παντού – πανελλαδικός συντονισμός», ώστε να μετατραπεί σε καθοριστικό παράγοντα στις πολιτικές εξελίξεις: Υπάρχει πλέον ο ορατός κίνδυνος η φετιχοποίηση της αυτοοργάνωσης και η μάχη συσχετισμών και «πλασαρίσματος» μεταξύ δυνάμεων της Αριστεράς και του αναρχικού χώρου να οδηγήσουν σε γραφειοκρατικοποίηση, παραλυσία και εσωστρέφεια. Ο στόχος αυτού του κινήματος πρέπει να είναι να μετασχηματιστεί σε πανελλαδικό κίνημα με συντονιστικά όργανα εκλεγμένων και ανακλητών ή εναλλασσόμενων αντιπροσώπων και να διοργανώσει ένα μεγάλο πανελλαδικό συλλαλητήριο στο Σύνταγμα στα μέσα Ιουνίου, τη μέρα που θα ψηφίζεται στη Βουλή το νέο «πακέτο» μέτρων (πρόσθετα μέτρα 6,4 δισ. ευρώ για το 2011, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2011-2015, αποκρατικοποιήσεις και ξεπούλημα της ακίνητης περιουσίας και των υποδομών του Δημοσίου). Δεν μιλάμε για «αποκέντρωση» του κινήματος, για κίνηση από το κέντρο στην περιφέρεια, αλλά για γεωγραφική και κοινωνική εξάπλωση, για επέκταση και πανελλαδική του συγκρότηση με έμφαση στο «κέντρο» των πολιτικών εξελίξεων, την Αθήνα και το Σύνταγμα.
9.Όμως τα προηγούμενα δεν αρκούν, γι’ αυτό η παρέμβαση της Αριστεράς και των δυνάμεών της δεν πρέπει να εξαντλείται σ’ αυτά! Πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα: «Βγήκαμε στους δρόμους και τις πλατείες και δεν πρόκειται να φύγουμε μέχρι να γίνει τι; Μέχρι να πετύχουμε τι;». Αν δεν απαντηθεί αυτό το ερώτημα, το κίνημα θα παραμείνει κίνημα διαμαρτυρίας και θα ξεφουσκώσει ή θα λεηλατηθεί από αλλότρια πολιτικά σχέδια. Η Αριστερά θα κριθεί καταλυτικά από το αν θα δώσει την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και στη συνέχεια από το ποια απάντηση θα δώσει. Μόνο έτσι θα ξεφύγει από το τσουβάλιασμα του «να φύγουν όλοι, και οι 300», μόνο έτσι θα αποφύγει τη θανάσιμη λαβή που τη θέλει μέρος και όχι απάντηση στην κρίση του πολιτικού συστήματος. Και εδώ δύο απαντήσεις υπάρχουν: Η πρώτη, υπάρχει ήδη και δουλεύεται μαζικά: μια νέα εθνική ενότητα για τη διαπραγμάτευση με την τρόικα και τους πιστωτές. Είτε έχει την εκδοχή του Σαμαρά («να διαπραγματευτούμε όλοι μαζί») είτε την εκδοχή του Θεοδωράκη («να αντισταθούμε όλοι μαζί»), το αίτημα είναι η «εθνική αντίσταση και η εθνική αναγέννηση». Να φύγουν οι «πουλημένοι» και να πάρουν την εξουσία οι «αντιστασιακοί». Η δεύτερη απάντηση προς το παρόν ακούγεται τόσο ασθενικά, ώστε δεν μπορεί να επηρεάσει πραγματικά το κίνημα. Είναι το «Δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε» σε συνδυασμό με το αίτημα «να φύγουν η κυβέρνηση, η τρόικα και όλοι οι πολιτικοί υπάλληλοι των τραπεζιτών, των βιομηχάνων και των τοκογλύφων πιστωτών». Για να γίνουν αυτά, «όλη η εξουσία στο λαό» και «κυβέρνηση της Αριστεράς, με πρόγραμμα απαλλαγής από τη δικτατορία των αγορών και του κέρδους», πυροδότηση μιας ευρωπαϊκής και διεθνούς ανταρσίας ενάντια στην Ε.Ε. και την εξουσία του κεφαλαίου.
Με όσα προωθούνται αυτή την περίοδο, με το νέο δάνειο και το νέο μνημόνιο, με την υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας και πιθανότατα μια κυβέρνηση με εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς στα βασικά υπουργεία, είναι η εισαγωγή σε μια περίοδο που το φάσμα της ελληνικής κατάρρευσης και των θανάσιμων κινδύνων με τους οποίους απειλεί τον ελληνικό καπιταλισμό, την ΟΝΕ και το διεθνές σύστημα γίνεται όλο και πιο έντονο. Σε αυτή την περίοδο το «κράτος έκτακτης ανάγκης» (με τη συνεπικουρία της φασιστικής τρομοκρατίας) θα αναλάβει να σώσει τον ελληνικό καπιταλισμό και θα γίνει αδίστακτο στις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει. Οι εξελίξεις πλέον θα προχωρήσουν, με «εκτροπές», με τη φωτιά και το σίδερο. Το σχέδιο της εθνικής ενότητας είναι η «μεγάλη πύλη» για την  εισαγωγή σε τέτοιες εξελίξεις. Ας μην επιτρέψουμε να υφαρπάξει την κοινωνική «νομιμοποίηση» ηγεμονεύοντας στο κίνημα των αγανακτισμένων. Η Αριστερά πρέπει να είναι «απέναντι» σε όλη τη γραμμή! Και να ετοιμάζεται για τα δύσκολα, αλλά και για τις ανατρτοπές που έρχονται.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, ας αναλογιστούμε τη σημασία αυτής της μάχης, ας αναλογιστούμε πόσα πρέπει να γίνουν τις επόμενες κιόλας μέρες για να κερδηθεί αυτή η μάχη, ας εγκαταλείψουμε τους πανηγυρισμούς και τους επικολυρικούς «χαιρετισμούς» προς το κίνημα, ας πάψουμε να σπαταλάμε την πολιτική μας ενέργεια σε ενδοαριστερές οργανωτικές μάχες για το «πλασάρισμα», ας εκπονήσουμε ένα νικηφόρο πολιτικό σχέδιο και ας εμπλακούμε στη μάχη σε όλο το εύρος του «μετώπου»!

Αθήνα 1 Ιουνίου 2011

To «κίνημα των αγανακτισμένων» και η Αριστερά

Κουιζ

Κουίζ για αριστερούς και αριστερές

Έστω ότι: είστε αριστερός/η. Ζείτε στην Αγ. Πετρούπολη της Ρώσικης Αυτοκρατορίας το 1905. Συμμετέχετε σε ένα νέο πολιτικά και ηλικιακά αριστερό κόμμα που κάνει κρα να παρέμβει λίγο στην κοινωνία, αλλά γενικά σας πέφτει κομμάτι δύσκολο. Εκεί που γενικώς ζορίζεστε, βλέπετε την εξής σκηνή: Ένα αλλοπρόσαλο πλήθος, σίγουρα διαφορετικό από εσάς και την πολιτική σας παρέα, με εικονίσματα και μανουάλια στα χέρια και επικεφαλής έναν παπά που βρωμάει η πιάτσα ότι είναι πράκτορας της μυστικής αστυνομίας, πάει στο Κρεμλίνο και παρακαλάει τον πατερούλη του έθνους τσάρο για ελεημοσύνη. Πως αντιδράτε:

  1. Ελαμωρετωρα με τους απολιτίκ τσιγκολελέτους χριστιανίστας. Στημένη δουλειά του Μπόμπολεφ είναι. Πάμε τώρα να πιούμε μια βότκα στην Μεσολογκίωφ να φτιάξουμε το πλαίσιο το βαρβάτο.
  2. Πετάτε την σκούφια σας γιατί ο κόσμος που υποφέρει βγαίνει στον δρόμο, πάτε μπας και πείσετε καναν άνθρωπο, μπας και φτιαχτεί κανα όργανο συντονισμού που δεν είχατε δει πιο πριν, προσπαθείτε να το επηρρεάσετε κλπ.
  3. ΔΞ/ΔΑ
(Γραφτηκε απο τον Σπυρο Ν. και δημοσιευστηκε στο φεισμπουκ. Based on a true story.)
Κουιζ