The Final Speech from The Great Dictator

I’m sorry, but I don’t want to be an emperor. That’s not my business. I don’t want to rule or conquer anyone. I should like to help everyone – if possible – Jew, Gentile – black man – white. We all want to help one another. Human beings are like that. We want to live by each other’s happiness – not by each other’s misery. We don’t want to hate and despise one another. In this world there is room for everyone. And the good earth is rich and can provide for everyone. The way of life can be free and beautiful, but we have lost the way.

Greed has poisoned men’s souls, has barricaded the world with hate, has goose-stepped us into misery and bloodshed. We have developed speed, but we have shut ourselves in. Machinery that gives abundance has left us in want. Our knowledge has made us cynical. Our cleverness, hard and unkind. We think too much and feel too little. More than machinery we need humanity. More than cleverness we need kindness and gentleness. Without these qualities, life will be violent and all will be lost….

The aeroplane and the radio have brought us closer together. The very nature of these inventions cries out for the goodness in men – cries out for universal brotherhood – for the unity of us all. Even now my voice is reaching millions throughout the world – millions of despairing men, women, and little children – victims of a system that makes men torture and imprison innocent people.

To those who can hear me, I say – do not despair. The misery that is now upon us is but the passing of greed – the bitterness of men who fear the way of human progress. The hate of men will pass, and dictators die, and the power they took from the people will return to the people. And so long as men die, liberty will never perish. …..

Soldiers! don’t give yourselves to brutes – men who despise you – enslave you – who regiment your lives – tell you what to do – what to think and what to feel! Who drill you – diet you – treat you like cattle, use you as cannon fodder. Don’t give yourselves to these unnatural men – machine men with machine minds and machine hearts! You are not machines! You are not cattle! You are men! You have the love of humanity in your hearts! You don’t hate! Only the unloved hate – the unloved and the unnatural! Soldiers! Don’t fight for slavery! Fight for liberty!

In the 17th Chapter of St Luke it is written: “the Kingdom of God is within man” – not one man nor a group of men, but in all men! In you! You, the people have the power – the power to create machines. The power to create happiness! You, the people, have the power to make this life free and beautiful, to make this life a wonderful adventure.

Then – in the name of democracy – let us use that power – let us all unite. Let us fight for a new world – a decent world that will give men a chance to work – that will give youth a future and old age a security. By the promise of these things, brutes have risen to power. But they lie! They do not fulfil that promise. They never will!

Dictators free themselves but they enslave the people! Now let us fight to fulfil that promise! Let us fight to free the world – to do away with national barriers – to do away with greed, with hate and intolerance. Let us fight for a world of reason, a world where science and progress will lead to all men’s happiness. Soldiers! in the name of democracy, let us all unite!

The Final Speech from The Great Dictator



Detail from Jacques-Luis David’s The Coronation of Napoleon. At the back of the crowd of courtiers, clergymen, dignitaries, behind even the self-portraits of the painter, his family and friends that stand in the shadow, at the very very back close to the exit: the People. Privileged and grateful to be present at Napoleon’s finest hour: Bonapartism.


Sadahzinia – Καταλάθος προσευχή

Χρωστούσα χρόνια αυτό το τραγούδι σε σένα
και είναι καιρός, πολύς καιρός που στο γράφω
σα φύλλα από βιολέτες τα λόγια μαδημένα
αλυσίδες που τις σέρνω στο χαρτί και τις ράβω
ανάβω κεριά να σου ζεστάνω της σιωπής τη δροσιά
που από παλιά σου έχει κλείσει το στόμα
κι ακόμα αφήνεις στο μέτωπό μου φιλιά
κι ας έχει κάνει στο μαντήλι σου φωλιά το μαύρο χρώμα.
Ζωή, φέρνεις ζωή, είσαι η φύση κι η γη
σ’ έχουν για μούσα οι ποιητές κι οι θεοί
είσαι στο τέλος πάντα μαζί, είσαι η αρχή
κι από μέσα σου φωνάζουνε κόρες και γιοι.
Σ’ έχω δει να ζητάς μια στιγμή σιγουριάς
έστω δυο πράγματα να έχεις να διαλέξεις
δεν έχεις τίποτα από αυτά για όσα πονάς κι αγαπάς
ούτε λυγίζεις, ούτε χάνεσαι, ούτε πέφτεις.
Τι έχεις και σε ποιο κόσμο γυρνάς
σε μια στιγμή γεννιέσαι, μεγαλώνεις, γερνάς.
Μόνο στην άκρη των ματιών σου το δάκρυ θα δω,
μοιάζουμε λίγο, μα σίγουρα δεν είσαι από δω.

Κάπου γεννιούνται κορίτσια και μεγαλώνουν νωρίς
κι αν δε το πω, κι αν δε το πεις δε θα το μάθει κανείς
Κάπου φιλιώνουν γιαγιάδες με τη δροσιά της σιωπής
τα είδαν όλα πια και τι να τους πεις.
Κάπου ζούνε μανάδες με ραμμένο το στόμα
Θαμμένες-ζωντανές από χρόνια
και κάπου αλλού πεθαίνουν νεράιδες ακόμα…

Κάπου είδα γυναίκες με λυμένα μαλλιά
να ψάχνουν τα παιδιά τους σε πλατείες
και να ρωτάν με τα μάτια χωρίς να βγάζουν μιλιά
ξόδεψε πάνω τους ο κόσμος αμαρτίες
Κάπου τις όμορφες τις κρύβουν με μαντήλες
να μη τους κλέψει μια ματιά ούτε ο ήλιος, το φως
και συ δεν άκουσες – δεν είδες
όλα μας τα παν και τα μάθαμε αλλιώς.
Κάπου τις είδα να περνάνε στη πρώτη γραμμή
μ’ άσπρη ποδιά σαν αγγέλοι να γιάνουνε τη πληγή
είδα με πείσμα να ζητούν όσα η ζωή δεν έχει φέρει
με τα όνειρά τους να οδηγούν της ιστορίας το χέρι.
Μα ήτανε λίγες εκείνες και δε θα φτάσουν
να μαζέψουν τις μνήμες, να τις δικάσουν
είναι πιο λίγες κι οι λέξεις που έχω μαζέψει στο στόμα
κι από αγάπη τολμάω και γράφω ακόμα
Μάνα και κόρη και νεράιδα ξωτικιά
μαύρα μάτια, χέρια λευκά, ζεστή αγκαλιά
λες και σας έβρεξε ο ουρανός ολόδροση βροχή
πήγα τραγούδι να σας πω και βγήκε προσευχή.


Sadahzinia – Καταλάθος προσευχή