Sadahzinia – Καταλάθος προσευχή

Χρωστούσα χρόνια αυτό το τραγούδι σε σένα
και είναι καιρός, πολύς καιρός που στο γράφω
σα φύλλα από βιολέτες τα λόγια μαδημένα
αλυσίδες που τις σέρνω στο χαρτί και τις ράβω
ανάβω κεριά να σου ζεστάνω της σιωπής τη δροσιά
που από παλιά σου έχει κλείσει το στόμα
κι ακόμα αφήνεις στο μέτωπό μου φιλιά
κι ας έχει κάνει στο μαντήλι σου φωλιά το μαύρο χρώμα.
Ζωή, φέρνεις ζωή, είσαι η φύση κι η γη
σ’ έχουν για μούσα οι ποιητές κι οι θεοί
είσαι στο τέλος πάντα μαζί, είσαι η αρχή
κι από μέσα σου φωνάζουνε κόρες και γιοι.
Σ’ έχω δει να ζητάς μια στιγμή σιγουριάς
έστω δυο πράγματα να έχεις να διαλέξεις
δεν έχεις τίποτα από αυτά για όσα πονάς κι αγαπάς
ούτε λυγίζεις, ούτε χάνεσαι, ούτε πέφτεις.
Τι έχεις και σε ποιο κόσμο γυρνάς
σε μια στιγμή γεννιέσαι, μεγαλώνεις, γερνάς.
Μόνο στην άκρη των ματιών σου το δάκρυ θα δω,
μοιάζουμε λίγο, μα σίγουρα δεν είσαι από δω.

Κάπου γεννιούνται κορίτσια και μεγαλώνουν νωρίς
κι αν δε το πω, κι αν δε το πεις δε θα το μάθει κανείς
Κάπου φιλιώνουν γιαγιάδες με τη δροσιά της σιωπής
τα είδαν όλα πια και τι να τους πεις.
Κάπου ζούνε μανάδες με ραμμένο το στόμα
Θαμμένες-ζωντανές από χρόνια
και κάπου αλλού πεθαίνουν νεράιδες ακόμα…

Κάπου είδα γυναίκες με λυμένα μαλλιά
να ψάχνουν τα παιδιά τους σε πλατείες
και να ρωτάν με τα μάτια χωρίς να βγάζουν μιλιά
ξόδεψε πάνω τους ο κόσμος αμαρτίες
Κάπου τις όμορφες τις κρύβουν με μαντήλες
να μη τους κλέψει μια ματιά ούτε ο ήλιος, το φως
και συ δεν άκουσες – δεν είδες
όλα μας τα παν και τα μάθαμε αλλιώς.
Κάπου τις είδα να περνάνε στη πρώτη γραμμή
μ’ άσπρη ποδιά σαν αγγέλοι να γιάνουνε τη πληγή
είδα με πείσμα να ζητούν όσα η ζωή δεν έχει φέρει
με τα όνειρά τους να οδηγούν της ιστορίας το χέρι.
Μα ήτανε λίγες εκείνες και δε θα φτάσουν
να μαζέψουν τις μνήμες, να τις δικάσουν
είναι πιο λίγες κι οι λέξεις που έχω μαζέψει στο στόμα
κι από αγάπη τολμάω και γράφω ακόμα
Μάνα και κόρη και νεράιδα ξωτικιά
μαύρα μάτια, χέρια λευκά, ζεστή αγκαλιά
λες και σας έβρεξε ο ουρανός ολόδροση βροχή
πήγα τραγούδι να σας πω και βγήκε προσευχή.

feminist_pride_symbol_decal

Sadahzinia – Καταλάθος προσευχή

Sadahzinia – Δεν είμαι κανενός

Είμαι τα πλούτη όλα που αρνιέται ένας φτωχός,
τα αταίριαστα όνειρα που μοιράζεται ο τρελός
είμαι σαν έρωτας κρυφός και ζηλευτός
είμαι βροχή και δεν είμαι κανενός

Άρχισα μ’ ένα απόκοσμο και σιγανό μουρμούρισμα
για να ταιριάξω τη φωτιά δίπλα στου χρόνου το φτερούγισμα,
πικρό νανούρισμα διπλωμένο σαν βεντάλια
με λέξεις αφόρετες και στιγμές ρετάλια.

Χωρίς παρακάλια και ούτε τον φόβο για άγκυρα
ψάχνω ένα κύμα αφού στα ψέματα παράγυρα
κι από τα αδιάβατα ένα καλωσόρισες,
εκεί που αφήνουν τη συγγνώμη τους κι οι φόνισσες.

Κι αν απόρησες, φέρε στο νου μια γύρα
το παρελθόν μου έχω βάψει με πορφύρα.
Αν μοιάζει με αίμα, μισή ντροπή δική σου,
στα σκιερά δεν αντέχει ακόμα η μπόρεσή σου.

Κι εγώ η στιχομάνα ψάχνω στα ψιλά τα γράμματα
μέρες σπαρμένες μάγια, νύχτες χωρίς κλάματα,
κουβέντες ακριβές και χρυσωμένες,
γκυκοταίριαστες με τις φαρμακωμένες.

Και στο λευτέρωμα μου πάνω το απρόσμενο
ψάχνω το πέρασμα με τ’ όνειρο το επόμενο
να μ’ απλώσει σαν φως να μ’ αλαφρώσει
τώρα που σ’ εχω δίπλα μου στερνή μου γνώση.

Σύρε μαζί μου και στα όμορφα αφήσου
χρόνε αφέντη, εγώ δεν είμαι δουλευτής σου.
Είμαι σαν έρωτας κρυφός και ζηλευτός,
είμαι βροχή και δεν είμαι κανενός.

Είμαι τα πλούτη όλα που αρνιέται ένας φτωχός,
τα αταίριαστα όνειρα που μοιράζεται ο τρελός
είμαι σαν έρωτας κρυφός και ζηλευτός
είμαι βροχή και δεν είμαι κανενός.

Είμαι σαν φόβος στα γόνατα γυρτός,
φθηνοπλήρωτη κατάρα που αφήνει ο εχθρός,
μάγια σπαρμένα στη νύχτα σαν το φως
κι ευτυχώς δεν είμαι κανενός.

Έκανα πρόβα τα ξόρκια μες στα σκοτάδια,
γέμισα φως στα νυσταγμένα μου βράδια.
Ύπνος και θάνατος, φόβος και ρώτημα
βουίζουν στα μελίγγια μου μουρμουριστά και μόνιμα.

Τόλμημα η ανάσα μου στα όνειρα τα επόμενα
μια ψίχα λογικής στυλώνει τ’ απρόσμενα
κι όλο το υπόλοιπο αέρας και ψιχάλα
με τα ηλιοφέγγαρα ξοπίσω μου φευγάλα.

Δε θα με πιάσουν κι η πείρα μου το ξέρει,
είμαι βροχή, σύννεφο, βουή και αγριοκαίρι.
Έτσι πετώ και τραγουδώ, στο χώμα πέφτω και χτυπώ
παρά τον πόνο μου ανασαίνω και γελώ.

Σε είχα πάρει απόμερα και στο `χα πει και πάλι
δεν είμαι κανενός, μόνο μια ρίζα μου τρυπά το κεφάλι
δένει τα χέρια μου γερά πισθάγκωνα,
μην αρπαχτώ απ’ τα ψέματα και της συγγνώμης τ’ άρωμα.

Βλέπω τριγύρω σκιές, είναι δικές μου και ξένες,
μπλέκουν στα πόδια μου διπλά μετανιωμένες.
Τις ξορκίζω, τις πατώ, στα περασμένα τις πετώ
με πορφύρα τις ξεπλένω, με νερό τις ξεδιψώ.

Όμως μ’ αρπάνε απ’ τον λαιμό και με κλειδώνουν στο χαμό
γίνομαι φόβος στο λεπτό, σαν κατάρα από εχθρό.
Τραβολογιέμαι εδώ κι εκεί μοιάζω μεγάλος, μικρός,
αλλά ευτυχώς δεν είμαι κανενός.

Sadahzinia – Δεν είμαι κανενός

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Δεν έφταιγεν ο ίδιος

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης

Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσες ήτανε,
η εποχή, τα βάρη κι οι συνθήκες
κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι
και δεν ακούσανε των παλιών τις υποθήκες.

Τάχα η θέλησή σου λίγη,
τάχα ο πόνος σου μεγάλος,
η ζημιά ήτανε στο ζύγι,
πάντα φταίει κάποιος άλλος.

Καλά-καλά ποιο είναι το κέρδος, ποια η ζημιά,
το κέρδος, ποια η ζημιά,
ποιος να το πει, ποιος να το πει δεν ξέρει,
το βέβαιο ήτανε, πως κάτι δεν πήγε καλά,
δεν έφτασε όπου ονειρεύτηκε, ονειρεύτηκε το χέρι.

Τάχα η θέλησή σου λίγη,
τάχα ο πόνος σου μεγάλος,
η ζημιά ήτανε στο ζύγι,
πάντα φταίει κάποιος άλλος.

Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
κι οι άνθρωποι γεμάτοι είναι τώρα απαιτήσεις,
αφού σήμερα δε θα ‘λεγε το ίδιο το ναι,
τώρα περίσσεψαν, περίσσεψαν η σύνεση κι οι κρίσεις.

Τάχα η θέλησή σου λίγη,
τάχα ο πόνος σου μεγάλος,
η ζημιά ήτανε στο ζύγι,
πάντα φταίει κάποιος άλλος.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Δεν έφταιγεν ο ίδιος